Σελίδες

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Μπελογιάννης......

 
 Πρόσωπα που χαμογελάνε ενώ κάθονται στο εδώλιο του θανάτου.
Πρόσωπα που βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από τον Χάρο.
Πρόσωπα που κοιτούν του δήμιους τους κατάματα και δεν ντρέπονται γι'αυτό που τους συμβαίνει.
Τους χλευάζουν. Χαμογελούν. Καπνίζουν.
Δεν κρύβονται αυτά τα πρόσωπα όπως κάνουν τα πρόσωπα του κοινού ποινικού κώδικα.
Αυτά το πρόσωπα Χαμογελάνε.
Πίσω από αυτά τα πρόσωπα υπάρχουν τέσσερα ονόματα.
Πίσω από αυτά τα ονόματα υπάρχουν Άνθρωποι.
Αυτοί οι Άνθρωποι Χαμογελούν.
Χαμογελούν γιατί το δικό τους έγκλημα είναι η αφοσίωση τους σε μια ιδέα.
Την ιδέα της ελευθερίας.
Δεν ντρέπονται γι'αυτό τους το έγκλημα.
Χαμογελούν γιατί ξέρουν ότι όσες φορές "εις θάνατον" και να ακούσουν, όσες μπότες και να τους καθηλώσουν, με όσες χειροπέδες και αν τους ακινητοποιήσουν, η ιδέα και ο σκοπός τους για ελευθερία και δικαιοσύνη θα αιωρείται ελεύθερη, πάνω από δεμένα κορμιά κι εκτελεστικά αποσπάσματα.
Πάνω από "σκοπεύσατε, πύρ!"
Χαμογελούν σχεδόν με αλαζονεία.
Με σιγουριά.
"Οι αγωνιστές πεθαίνουν χαμογελώντας" σκέφτονται.
Και Χαμογελάνε.
Χαμογελάνε γιατί έσπειραν.
Χαμογελάνε γιατί ξέρουν ότι ο σπόρος που έσπειραν κάποια στιγμή θα αποδώσει καρπούς.
Χαμογελάνε γιατί κάποιοι θα γευτούν αυτούς τους καρπούς.
Κι ας μην προλάβουν αυτοί να δοκιμάσουν.
Δεν τους νοιάζει.
Δεν έχει σημασία.
Απλά Χαμογελούν.
Χαμογελούν γιατί ξέρουν.
Χαμογελούν με τους ψευδομάρτυρες.
Χαμογελούν με το στημένο δικαστήριο.
Χαμογελούν με τις κατηγορίες.
"Κατάσκοποι".
Χαμογελούν γιατί έτσι είναι πιο όμορφοι.
Και η ομορφιά τους είναι εγγυημένη.
Ή ομορφιά τους είναι βαθιά, εσωτερική.
Μια ομορφιά που κάνει την ασκήμια υποφερτή.
Μια ομορφιά που δεν φοβάται.
Μια ομορφιά που Χαμογελάει.
Οι αγωνιστές πεθαίνουν χαμογελώντας..
15 Φεβρουαρίου 1952, αρχίζει η δεύτερη δίκη του Μπελογιάννη και των συντρόφων του στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών. Η δίκη που κατέληξε στην εκτέλεση. Η φωτογραφία είναι από αυτή τη “δίκη Μπελογιάννη".
Με το τσιγάρο αριστερά Νίκος Καλούμενος. Αριστερά του ο Νίκος Μπελογιάννης.
Δίπλα ο Ηλίας Αργυριάδης.
Τελευταίος δεξιά ο Δημήτρης Μπάτσης.
Thomas Badekas

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Μessenger....


ΘΡΑΝΙΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΣΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ

ή εγώ ο εφευρέτης του messenger.
1971 το σωτήριον έτος.
Εκείνη την εποχή υπήρχε μόνο το εξατάξιο γυμνάσιο. Οι ημέρες διδασκαλίας ήταν έξι δηλαδή μάθημα και το Σάββατο. Στις τάξεις υπήρχαν μόνο αγόρια ή μόνο κορίτσια. Μάλιστα η εβδομάδα ήταν σπαστή. Τα αγόρια πηγαίναμε τρεις μέρες πρωί, δηλαδή Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, ενώ απόγευμα πηγαίναμε Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο. Αντίστροφα τα κορίτσια. Απαγορευόταν δε αυστηρά η συνάντηση των δύο φύλλων, για αυτό και το μάθημα το απογευματινό των κοριτσιών ή των αγοριών ανάλογα, άρχιζε μετά από μια σχεδόν ώρα, αφού σχόλαγε το πρωινό τμήμα και εξαφανιζόταν κάθε γάτα ή γάτος σε απόσταση ενός χιλιομέτρου.
Εγώ τότε δεκατριών ετών πήγαινα δευτέρα γυμνασίου στο παράρτημα της Ευαγγελικής σχολής ένα διώροφο κτήριο πάνω στη 2ας Μαΐου στην κεντρική πλατεία της Ν. Σμύρνης.
Εκεί κατά τα μέσα Νοέμβρη εντελώς τυχαία με ένα μολύβι είχα ζωγραφίσει πάνω στο θρανίο το σήμα του Πανιωνίου. Την επομένη όμως που πήγα το βρήκα σβησμένο. Το ξανα ζωγράφισα αλλά και την μεθεπόμενη το βρήκα σβησμένο. Τσαντίστηκα και επειδή ήξερα ότι κάποιο από τα κορίτσια που καθόταν στο θρανίο το έσβηνε, το ζωγράφισα ξανά προσθέτοντας τώρα και την φράση «Σε παρακαλώ μην το σβήνεις»
Ήταν Σάββατο απόγευμα και όλη την Κυριακή μέχρι τη Δευτέρα το πρωί που θα επέστρεφα με είχε φάει η αγωνία για το τι θα είχε απαντηθεί.
Δευτέρα πρωί και η φιλόλογος ζητούσε να βγάλουμε τα τετράδια για την έκθεση. Εγώ υπνωτισμένος κοίταζα το θρανίο και το ξανακοίταζα…
«Σιδερίδη δεν ακούς… βγάλε το τετράδιο να γράψουμε έκθεση» έκραξε η Σκορδά η φιλόλογος. Αλλά εγώ που να ακούσω, αποσβολωμένος διάβαζα και ξαναδιάβαζα…
«Δεν το έσβησα το σηματάκι, επειδή μου το ζήτησες ευγενικά» ήταν γραμμένο πάνω στο θρανίο
Εκείνη τη Δευτέρα έγραψα την καλύτερη έκθεση που έχω γράψει. Η χαρά της απάντησης είχε κάνει την άγνωστη συμμαθήτρια, Μούσα μου.
Πήγαινα εγώ το πρωί έγραφα, ερχόταν εκείνη το απόγευμα το διάβαζε, το έσβηνε και έγραφε το δικό της, που διάβαζα εγώ την άλλη μέρα.
Με αυτό τον τρόπο σβήσε γράψε πάνω στο θρανίο, επικοινωνούσαμε μέχρι το καλοκαίρι, λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία.
Τα μηνύματα ήταν σε καθημερινή βάση με εξαίρεση τις διακοπές των Χριστουγέννων, των διαγωνισμάτων του Φλεβάρη και τις διακοπές του Πάσχα. Όλο αυτό το διάστημα, είχαμε μιλήσει και είχαμε μάθει μέσω των μηνυμάτων τα πάντα ο ένας για τον άλλο. Ποιοι τραγουδιστές μας αρέσουν, ποιοι ηθοποιοί, ποια συγκροτήματα, ποιοι χοροί. Είχαμε μάθει τι εμφάνιση είχε ο καθένας μας, ψηλός εγώ, μέτρια εκείνη, μελαχρινός εγώ με πράσινα μάτια (καστανά έχω) και μασκεμπολίστας, κατάξανθη εκείνη με κορμί Λάσκαρης και αθλήτρια στην ενόργανη.
Ώσπου μια μέρα λίγο μετά την πρωτομαγιά αποφασίσαμε να βρεθούμε. Κοντά επτά μήνες είχαν περάσει για να πραγματοποιηθεί η πρώτη συνάντηση. Επτά μήνες ατέλειωτης αλληλογραφίας πάνω στο θρανίο. Είκοσι μολύβια, τριάντα γομολάστιχες και δεκαεπτά ξύστρες είχα χαλάσει για ένα ραντεβού. Αλλά το ραντεβού κλείστηκε για Σάββατο απόγευμα, απέναντι από την κεντρική πύλη του γηπέδου του Πανιώνιου, στο τέρμα της Παλαιολόγου, στο καφενεδάκι του Θανάση.
« Πως θα σε γνωρίσω» ήταν το τελευταίο μήνυμα που της είχα γράψει.
«Θα φοράω τη σχολική ποδιά χωρίς το γιακαδάκι και μπλε κάλτσες αντί για λευκές με Ελβιέλα παπούτσια μου είχε απαντήσει, ενώ εγώ την ενημέρωνα ταυτόχρονα ότι θα φοράω ένα παντελόνι τζιν καμπάνα ξεθωριασμένο, με ένα μπλουζάκι κίτρινο που θα έγραφε «SANTANA»
Ούτε το ένα φόρεσα ούτε το άλλο επειδή δεν ήθελα να με γνωρίσει αλλά στο ραντεβού πήγα. Ήθελα πρώτα να δω πως θα είναι αυτή και αν μου αρέσει να της μιλήσω, διαφορετικά θα έκοβα λάσπη. Την ίδια σκέψη με μένα δυστυχώς φαίνεται πως έκανε και εκείνη γιατί ποτέ δεν την αναγνώρισα σε όσα κορίτσια πέρασαν από εκεί. Δεν τήρησε τίποτα από όσα είχε υποσχεθεί. Έτσι όση ώρα περίμενα στο καφενεδάκι το μόνο πρόσωπο αναγνωρίσιμο που συνάντησα ήταν μια πρώτη μου ξαδέλφη.
-Τι θέλεις ρε εδώ τέτοια ώρα τη ρώτησα…
-Ένα τοστ ήρθα να πάρω από το Θανάση και θα φύγω μου απάντησε…
-Πάρε το τόστ και δρόμο μη σε πλακώσω, της είπα με το δικαίωμα του προστάτη λόγω συγγένειας και φύλλου. Άλλωστε ήθελα να την ξεφορτωθώ μη με δει με την άλλη.
-Εσύ που πας από εδώ με ρώτησε.
-Πάω στο γήπεδο έχουμε προπόνηση της απάντησα.
Εκείνη έφυγε και εγώ περίμενα άδικα μια ολόκληρη ώρα. Είχαν περάσει καμιά τριανταριά μαθήτριες αλλά καμία με Ελβιέλα ρε φίλε, όλες με Σπορτέξ.
Γύρισα σπίτι απογοητευμένος. Μεγάλη πίκρα. Ξέρεις τι είναι από εκεί που φτερουγίζει η καρδιά, μετά να πέφτει σε κολπική μαρμαρυγή… Μη σου τύχει. Χάνεται ο κόσμος κάτω από τα πόδια σου. Πήζει το σάλιο στο στόμα σου, ατονούν οι μύες και ξαφνικά θέλεις να καθίσεις. Τι έχεις παιδάκι μου σε ρωτάει η μάνα σου και εσύ θέλεις να τη σκοτώσεις αφού πρώτα όμως την έχεις προειδοποιήσει με ένα «άσε μας ρε μάνα και σύ…» Και το χειρότερο είναι Σάββατο και έχεις μπροστά σου μια ολόκληρη Κυριακή μέχρι τη Δευτέρα για να μάθεις τι έγινε. Ξέρεις τι είναι να παλεύεις 24 ώρες με ερωτήματα αμφιβολίας... Κι αν τα ερωτήματα θίγουν και τον αντρισμό σου και είναι του τύπου… Με δούλεψε χοντρά ή με έστησε και με κοίταγε με τις φιλενάδες από απέναντι και γέλαγαν…καλύτερα να κάνεις χαρακίρι.
Γιατρικό μόνο ο χρόνος της λήθης αλλά και ο χρόνος που φέρνει τη Δευτέρα και λύνονται οι παρεξηγήσεις.
Ο ισχυρισμός και των δυο ό ίδιος… Πάνω στο θρανίο είχε γραφτεί το ίδιο. « Ήρθα αλλά δεν σε είδα»
Πέρασε μια ολόκληρη εβδομάδα σιωπής χωρίς γραφή και ανάγνωση. Η απογοήτευση μας είχε κατακλύσει σε βαθμό αδράνειας. Δεν ξέραμε τι να γράψουμε και τι να πούμε. Δεν τολμούσε κανένας να κάνει την αρχή. Μόνη παρηγοριά το πάρτι της ξαδέρφης μου που θα γινόταν το Σάββατο ως αποχαιρετιστήριο στη σχολική χρονιά. Μια εβδομάδα μαθημάτων θα έμενε και μετά τέρμα.
Δεκατέσσερις άντρες και πέντε κορίτσια ήμασταν εκείνο το βράδυ στο πάρτι. Το Ταμ-Ταμ και το Μπυράλ έρεαν άφθονα ενώ το Βερμούτ ήταν σε ελεγχόμενες δόσεις. Τα αυτοσχέδια φωτορυθμικά άλλαζαν χρώματα, ο ρυθμός εναλλασσόταν από μπλουζ σε ροκ και τα σαρανταπεντάρια δισκάκια ταξίδευαν από χέρι σε χέρι. Μαζί όμως με αυτά ταξίδευε από χέρι σε χέρι και το «Αλμπουμ ή Λεύκωμα» εκείνο το τετράδιο ερωτήσεων και απαντήσεων διακοσμημένο με τις αντίστοιχες φωτογραφίες των θεμάτων.
Στη θέση της ερώτησης, ας πούμε, ποιος τραγουδιστής ή ηθοποιός σου αρέσει υπήρχε και η αντίστοιχη φωτογραφία κάποιου σταρ. Χέρι στο χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια, (κλεμμένο) όπου διαβάζω…
ΕΡΩΤΗΣΗ
Ποιο είναι το μεγαλύτερο ψέμα που έχετε πει και από κάτω φαρδιά πλατιά…
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Το μεγαλύτερο ψέμα που έχω πει είναι όταν κορόιδεψα ένα συμμαθητή μου ότι θα φοράω Ελβιέλα παπούτσια και ποδιά χωρίς γιακά.
Υπογραφή «ΤΟ ΡΟΖ ΣΥΝΕΦΑΚΙ» το ψευδώνυμο της ξαδέρφης.
Την Δευτέρα εγώ πάνω στο θρανίο είχα γράψει.
« Αν σε ξαναπιάσω να κλείνεις ραντεβού στο καφενεδάκι του Θανάση θα σε τσακίσω στο ξύλο» Θεόδωρος Μπιρδιμίρης ο πατέρας σου.
Την άλλη μέρα το μεσημέρι πέρασα και από το σπίτι της να δω αντιδράσεις. Η θεία μου είπε πως είχε πυρετό και δεν θα πήγαινε σχολείο…Μπήκα στο δωμάτιο και την είδα…Μου ζήτησε να μάθω ποιος σε αυτή την αίθουσα κάθεται στο συγκεκριμένο θρανίο.
Η ξαδέλφη δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν στο θρανίο. Της δίνεται η ευκαιρία αν διαβάσει το κείμενο να το μάθει τώρα ύστερα από πενήντα χρόνια.
Εγώ πάντως έμεινα με την ικανοποίηση της εφεύρεσης του messenger.

(πηγή) 
Tasos Sideridis

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Κώστας Βάρναλης

Κώστας Βάρναλης: Ποιητής, συγγραφέας, κριτικός, μεταφραστής και εν γένει διανοούμενος της Αριστεράς, ο Κώστας Βάρναλης μας κληροδότησε ορισμένα σημαντικά έργα («Το φως που καίει», «Σκλάβοι Πολιορκημένοι» , «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική», « Η αληθινή απολογία του Σωκράτη»).

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

ΓΙΑΤΙ ΧΤΥΠΟΥΝ ΜΕ ΛΥΣΣΑ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ;....


 
          ΓΙΑΤΙ ΧΤΥΠΟΥΝ ΜΕ ΛΥΣΣΑ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ;
Οταν ο Βαυαρος μπουλης, Οθωνας, στεφθηκε βασιλιας μιας χωρας που αγνοουσε κι οι αγωνιστες της, οσοι ειχαν επιζησει, ζητιανευαν ή φυλακιζονταν, μαστορες και καλφαδες ηρθαν απ τις Κυκλαδες και την Ηπειρο, για να του χτισουν το παλατι.
Πολλοι εγκατασταθηκαν σε μια περιοχη, που καθως ηταν... μακρια απ τα σκαρια των ανακτορων, ονομαστηκε Προαστιον.
Μαζευτηκαν εκει και αγγειοπλαστες αφου το νταμαρι στον κοντινο λοφο (Στρεφη) εδινε και κοκκινοχωμα που στροβιλιζοταν στον τροχο κι εβγαζε πιθαρια.
Η περιοχη βαφτιστηκε απ τον εργατοκοσμο Πιθαραδικα.
Οταν οι καλφαδες εχτισαν το Πανεπιστημιο, τα Πιθαραδικα γεμισαν σπουδαστες, καθηγητες, ποιητες, συγγραφεις, τυπογραφους και καθε λογης διανοουμενους.
Τα αγγειοπλαστεια συνυπηρχαν πια με βιβλιοπωλεια, παντοπωλεια, μαναβικα και υφασματεμπορικα.
Ηταν η εποχη που οι νεοι κυκλοφορουσαν με εισαγομενα λευκα καπελα . Οι φοιτητες της εποχης βιωναν τη βαυαρικη καταπιεση και θελησαν να εκφρασουν την αντιθεση τους στην εισαγωγη "ξενοφερτων" καπελων και στη στυλιζαρισμενη εμφανιση. Αντικατεστησαν λοιπον τα λευκα καπελα με ψαθακια απο τη Σιφνο, που ηταν απλα, φτηνα, ντοπιας παραγωγης και παρεπεμπαν στα καπελα που φορουσαν στην Ιταλια οι εξεγερμενοι του Γαριβαλδη. Ετσι, οι φοιτητες με τα ψαθακια, που σιχαθηκαν τη βαυαρικη αποικιοκρατια, ονομαστηκαν Γαριβαλδινοι και οι συντηρητικοι παλατιανοι των ασπρων καπελων, Αυστριακοι.
Οι εισαγωγεις των λευκων καπελων ειδαν να μειωνονται τα κερδη και στις 11 Μαϊου 1859, που Γαριβαλδινοι, Αυστριακοι και ντροπαλαι δεσποσυναι εκαναν βολτες στο Πεδιον του Αρεως, εστειλαν υπαλληλους με ξεχαρβαλωμενα ψαθακια κι αλλα σε σχημα και μεγεθος περιπαικτικο, να κατατροπωσουν την αιτια του μειωμενου μπεζαχτα.
Ετσι ξεκινησαν τα Σκιαδικα, που εξαπλωθηκαν στα γυρω Πιθαραδικα κι εμειναν στην ιστορια για τη βαρβαροτητα των χωροφυλακων αλλα και ως η πρωτη εξεγερση, που τρια χρονια μετα θα εστελνε τον Οθωνα απο κει που ηρθε.
Αρχηγος της χωροφυλακης ηταν ο Κωσταντινος Δημητριαδης, που ειχε προσφατα απαρνηθει τη φουστανελα, ειχε εκλεγει βουλευτης με νοθεια και ειχε χοντρυνει τα μπαστουνια των χωροφυλακων σε ροπαλα, που πανω τους εγραφαν, " η ισχυς του νομου".
Ο Εντμον Αμπου γραφει εκεινη την εποχη, "τους υφισταμενους του αρχηγου της χωροφυλακης, κανεις δεν θα ηθελε να τους συναντησει στη γωνια ενος δασους". Τοσο τρομο προκαλουσαν απο τοτε οι "προστασιας του πολιτη"
Τα Σκιαδικα πνιγονται σε μια αγρια καταστολη.
Τα Πιθαραδικα συνεχιζουν να πυκνοκατοικουνται και περιπου μια εικοσαετια μετα τα Σκιαδικα, ερχεται απο την Κονιτσα ο Βασιλειος Εξαρχος και ανοιγει ενα μεγαλο εμπορικο, με ολα τα καλα. Λαδια, κρασια και ηπειρωτικα τυρια, παστες ρεγγες και υφασματα.
Η περιοχη γινεται διασημη χαρη στο μεγαλομπακαλικο, γωνια Θεμιστοκλεους και Σολωνος και παιρνει το ονομα του μεγαλομπακαλη.
Το Προαστιον που εγινε Πιθαραδικο, ολοι το ξερουν τωρα ως Εξαρχεια.
Φτανουμε στο ντροπιαστικο ελληνοτουρκικο πολεμο και η εξαρση του εθνικισμου ειναι τετοια, που συμπαρασυρει το φοιτητοκοσμο στα Ευαγγελικα.
1901, Νοεμβρης. Στην περιοχη γυρω απ το Πανεπιστημιο και στα Εξαρχεια, πορειες, ξυλο, συλληψεις και νεκροι γιατι ο υπερεθνικισμος ειναι τυφλα και "βλεπει" στη μεταφραση του Ευαγγελιου στη δημοτικη, τον "σλαβικο κινδυνο"
Τα Ευαγγελικα τελειωνουν, με 8 ή 11 νεκρους.
Μεσα στη δινη των εξεγερσεων και του μεσοπολεμου γεννιουνται και μετακομιζουν στο μεταξυ ποιητες και οι συλλογες τους τυπωνονται στα τυπογραφεια των Εξαρχείων
Στη διαρκεια της Γερμανικης Κατοχης, το Χημειο στη Σολωνος φιλοξενει στα υπογεια του, ενα πολυτιμο ασυρματο.
Η Εθνικη Αντισταση κανει τις ταρατσες, στα Εξαρχεια, προμαχωνες. Στην Μπλε Πολυκατοικια, που στεγαζονταν οι πρακτορες του Μιδα, ο ΕΛΑΣ εγκαθιστα βαρυ οπλισμο. Ειναι η ιδια πολυκατοικια στην οποια μετα εμειναν η Βεμπο, ο Αλεκος Σακελλαριοε, ο Δημητρης Μυρατ, ο Χορν.
Στα Εξαρχεια παντα συνυπαρχει η εξεγερση με τη διανοηση
Το 1973 αλλη μια ταρατσα της περιοχης σφραγιζεται απο μισν εξεγερση. Η ταρατσα της Νομικης.
Λιγους μηνες μετα, το Νοεμβρη του 1973 και λιγα στενα πιο κατω, η εξεγερση του Πολυτεχνειου σημαδευει ανεξιτηλα τη συγχρονη ιστορια. Παλι στα Εξαρχεια, στη Στουρναρη, ο φονιας Ντερτιλης σηκωνει το οπλο, σημαδευει και δολοφονει τον εικοσαχρονο φοιτητη Δημητρη Μυρογιαννη.
Την Πρωτομαγια του 1976, η ανακοινωση για το χαμο του Παναγουλη στο συγκεντρωμενο πληθος στο Πεδιο τπυ Αρεως σημαινει συναγερμο. Ο κοσμος ανεβαινει προς τη Βουλη και δυναμεις καταστολης με αυρες, χτυπανε αγρια τους διαδηλωτες.
Ολοι οι δρομοι των Εξαρχειων θολωνουν με καπνογονα και οι διαδηλωτες πνιγονται στα δακρυγονα.
Στα ιδια στενα, το Νοεμβρη του 1985, στην επετειο του Πολυτεχνειου, ο αστυνομικος Μελιστας σηκωνει το οπλο και δολοφονει τον 15χρονο Καλτεζα.
Οι δρομοι των Εξαρχειων φιλοξενουν για πολυ καιρο μαζικες διαδηλωσεις οργης.
Το Δεκεμβρη του 2008, παλι στα Εξαρχεια, ο 15χρονος μαθητης Αλεξης Γρηγοροπουλος πεφτει νεκρος απο σφαιρα του "ειδικου φρουρου", Κορκονεα.
Απο τοτε μεχρι σημερα, η συνοικια που εζησε τη φονικη βια των αστυνομικων και τον αδικο θανατο νεων ανθρωπων, διασχιζεται απο πρεζεμπορους που ποτε δεν συλλαμβανονται, διαπομπευεται απο δημοσιογραφισκους εντεταλμενης υπηρεσιας βοθροκαναλων και γινεται καταφυγιο κυνηγημενων ανθρωπων, προσφυγων, μεταναστων, εξεγερμενων γιατι ειναι μια συνοικια με ψηλο δεικτη αλληλεγγυης.
Οι ηχοι στα Εξαρχεια ειναι ενα μιγμα απο συνθηματα σε πορειες, ποδοβολητα ΜΑΤατζηδων, μηχανες τυπογραφειων, απαγγελιες ποιηματων, την κιθαρα του Ασιμου και τραγουδια σε μαγέρικα.
Ειναι τοσο το αδικο αιμα που εχουν πιει οι δρομοι αυτης της συνοικιας, ωστε σε οποια γωνια κι αν αφησεις ενα κοκκινο γαρυφαλλο, θα ναι στη μνημη...
Τα Εξαρχεια ειναι η συγχρονη ιστορια αυτου του τοπου σε μια πολυτιμη συμπυκνωση.
Ειναι το Καρτιε Λατεν της Αθηνας που επιμενει να βγαζει ποιητες, αλληλεγγυους, βιβλια, μουσικες κι εξεγερμενους
Η αγρια καταστολη και η διαπομπευση θελει τα Εξαρχεια ξεπουλημενα μπιτ παρα στους νεογιαπηδες, τους δρομους αποστειρωμενους απο το αδικο αιμα, την ιστορια του τοπου αποστειρωμενη απο την εξεγερση και ολους εμας με βαρια ιστορικη και κοινωνικη ανοια.

Μπάμπης...

"ΕΔΩΔΙΜΑ-ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ" γράφανε οι ταμπέλες έξω από τα παλιά μπακάλικα... Πομπώδης τίτλος για την εποχή...

ΕΔΩΔΙΜΑ, δηλαδή φαγώσιμα και ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ, δηλαδή προϊόντα, που ερχόντουσαν από Χώρες Αποικίες της Ευρώπης (Ασία, Αφρική κ.λ.π.) όπως το τσάι, ο καφές και άλλα. Τα τσουβάλια παντού από ΕΔΩΔΙΜΑ με όσπρια, ζάχαρη, ρύζια και φυσικά η σέσουλα η ζυγαριά με τις οκάδες και τα δράμια και ο μπακάλης με την άσπρη μπλούζα και το μελανί μολύβι στο αυτί για τα τεφτέρια με τα βερεσέδια. "Ότι γράφει δεν ξεγράφει..." εκείνο το μολύβι, που το σάλιωνε και γινότανε ανεξίτηλο και συνήθως τα χείλια του μπακάλη σε ώρα αιχμής ήταν μελανί από το χρώμα. Οι ρέγγες ήταν μέσα στα ξύλινα κουτιά να "μοσχοβολάνε" και οι σαρδέλες μέσα στην σαλαμούρα. Τις πρώτες τις καψάλιζες και τις δεύτερες τις έπλενες κάτω από την βρύση για να φύγει το χοντρό αλάτι. Χαρτί περιτυλίγματος στις αρχές ήταν η εφημερίδα. Διάβαζες και τα μπαγιάτικα νέα ως προσφορά του καταστήματος και στην συνέχεια την φύλαγες για πολλές ....χρήσεις. Στα σκουπίδια πέταγες ελάχιστα, αλλά όχι καθημερινά.
Στην Αθήνα, πριν δημιουργηθεί η Βαρβάκειος αγορά, υπήρχε ένα σύμπλεγμα μπακάλικων στην Πλάκα, όπου οι Αθηναίοι συνέρρεαν καθημερινά, γιατί ψυγεία δεν υπήρχαν, ούτε καν πάγος, οπότε ότι αγοραζόταν, έπρεπε να καταναλωθεί την ίδια ημέρα. Έτσι, η απίστευτη ποικιλία των προϊόντων ήταν εντυπωσιακή. Τι θέλετε και δεν το είχαν τότε! Αλλαντικά και παστά της Ευρώπης, χοιρομήρια, σαλτσισότα, σουπιές καπνιστές, οξύρυγχον-ξυρίχι-σουτζούκια, χέλια, περίφημα τυριά όλων των χωρών της Ευρώπης, πλήθος από ονομαστά κρασιά, ροζόλια (λικέρ), τζικολάτες, τζάγια, κομφέτα, φρούτα της Ευρώπης κι εξωτικά και κάθε άλλη γαστρονομική ευωχία, που υπήρχε στον κόσμο, προσφερόταν στα ταπεινά μπακάλικα των πρώτων ετών της πρωτεύουσας, σε όλες τις ποικιλίες, σε διάφορες ποιότητες και ασφαλώς ανόθευτα.
Τα καταστήματα αυτά λοιπόν αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του λιανικού εμπορίου για περισσότερο από 30 χρόνια, από το 1950 και μετά, μία εποχή, που η χώρα βρισκόταν σε φάση ανασυγκρότησης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι πολίτες ήταν αντιμέτωποι κατ’ αρχήν με το πρόβλημα εξασφάλισης των προς το ζην.
Ένα μπακάλικο, που ήταν γνωστό σ' όλη την Αθήνα, ήταν το μπακάλικο του Κίκιζα, που βρισκόταν στη γωνία Λένορμαν και Παλαμηδίου. Απασχολούσε περισσότερους από είκοσι υπαλλήλους, όταν τα μεγαλύτερα μπακάλικα της εποχής απασχολούσαν πέντε ή έξι. Όταν δεν μπορούσαν οι Αθηναίοι να βρουν ένα είδος σε άλλα μπακάλικα το 'βρισκαν στου Κίκιζα και πάντα φρέσκο, δεδομένου ότι είχε πολλή δουλειά και τίποτα δεν έμενε στις αποθήκες για καιρό. Μία από τις στάσεις του 11 τραμ, που άρχιζε από την Κολοκυνθού και τελείωνε στο τέρμα της οδού Ιπποκράτους, λεγόταν "στάση Κίκιζα" κι αυτό διευκόλυνε τον κόσμο, που ήθελε να ψωνίσει εκεί. Το Σαββατόβραδο γινόταν "πατείς με πατώ σε" εκεί μέσα, μέχρι που ερχόταν αστυφύλακας για την τάξη, αλλά ο Κίκιζας δεν έδινε ποτέ βερεσέ. Για να ψωνίσεις εκεί έπρεπε να 'χεις τα λεφτά στο χέρι και καθώς στην περιοχή εκείνη κατοικούσαν μεροκαματιάρηδες άνθρωποι, που πληρώνονταν κάθε Σάββατο, τις άλλες μέρες ψώνιζαν με το βιβλιαράκι στα μικρά μπακάλικα. Το κωμικό σ' αυτή την υπόθεση ήταν ότι το Σαββατόβραδο οι μικρό-μπακάληδες, που συνήθως δεν είχαν δουλειά, στέκονταν στην εξώπορτα του μαγαζιού τους και παρακολουθούσαν τις νοικοκυρές, που πήγαιναν στον Κίκιζα να ψωνίσουν και σ' όποια έπαιρνε το μάτι τους φώναζαν, «κυρά-Πηνειώ, απόψε που 'χεις λεφτά πας στον Κίκιζα, αλλά έλα τη Δευτέρα με το βιβλιαράκι και δε θα σου δώσω τίποτα βερεσέ». Οι νοικοκυρές χαμογελούσαν αλλά δεν έπιανε η απειλή και πήγαιναν απτόητες να ψωνίσουν στον Κίκιζα. Το μπακάλικο λειτούργησε από το 1925 μέχρι το 1972!
Στο τέλος της δεκαετίας του 1960 εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα στη λειτουργία των καταστημάτων αυτών, με τον περιορισμό του ποσοστού κέρδους σε χαμηλά και καθοριζόμενα από το κράτος δια νόμου επίπεδα. Έτσι, ξεκίνησε η συρρίκνωση του κλάδου μέχρι που σιγά σιγά τη θέση τους πήραν τα μεγάλα σούπερ μάρκετ. Και μπορεί παλαιότερα ο μπακάλης να έβαζε την ταμπελίτσα "επιστρέφω", όταν έπρεπε να λείψει για λίγο, η εποχή των μπακάλικων όμως πέρασε "ανεπιστρεπτί"!

(Από τη σελίδα "Εμείς και η Κοινωνία μας")
Ιφιγένεια Κουμαργιανού









Κυριακή 7 Απριλίου 2019

EL GRECO.....


                                                  ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ (1541- 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1614)
                                                                       ΕΔΩ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Ο ΓΚΡΕΚΟ.

Ω διαβάτη, αυτός ο ωραίος τάφος, ο θόλος από πορφυρίτη, απ' το σύμπαν κλέβει το πιο περίφημο πινέλο, αυτό που έκαμε τη ζωή να σφύζει στο ξύλο και στο πανί. Το όνομα αυτό, που είναι άξιο για μια πνοή πιο ισχυρή από εκείνη που γεμίζει τη σάλπιγγα της Φήμης, απλώνεται και λάμπει πάνω σ' αυτό το μάρμαρο το βαρύ. Γονάτισε και προχώρησε. Εδώ βρίσκεται ο Γκρέκο. Η μελέτη του έδωσε τα μυστικά της Τέχνης, η Τέχνη του αποκάλυψε τα μυστικά της φύσεως, η Ίρις του έδωσε το χάρισμα των χρωμάτων, ο Φοίβος το δώρο του φωτός και ο Μορφέας του χάρισε τις σκιές του. 
(Το επιτύμβιο επίγραμμα στον τάφο του Θεοτοκόπουλου στο Τολέδο)

 Stroubelis Helen

Απόφοιτοι Α! Αρρένων Αθηνών...<Σ-Ψ>

Απόφοιτοι Α! Αρρένων Αθηνών...<Ο-Ρ>

Απόφοιτοι Α! Αρρένων Αθηνών...<Ι-Μ>

                                                     Ιωαννίδης Παύλος
                                                     Καμπούρογλου Δημήτριος
                                                                     
                                                                      Κατσαρός Νίκος

                                                                                          Κορομηλάς Δημήτριος

                                                                           Μητρόπουλος Κώστας