Σελίδες

Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

Τόλης....

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
Προσωπικά τα τραγούδια του Τόλη Βοσκόπουλου δεν ήταν στα ακούσματά μου ή στις πρώτες μου επιλογές. Ερωτικός τραγουδιστής μεν, αλλά εγώ προτιμούσα τους σεβντάδες μου να τους πνίγω με τον Πουλόπουλο και τον Τζανετή.
Όμως μέσα από προσωπικές μου εμπειρίες τον αγάπησα και τον εκτίμησα σαν άνθρωπο απεριόριστα. Ο τύπος ήταν τρία ΑΑΑ (Άνδρας, Άρχοντας, Ανεπανάληπτος)
Για αυτό και μπορώ για τον Τόλη να γράψω ένα κατεβατό.
1η Μαρτυρία.
Αμέσως μετά τις εκλογές το Νοέμβρη του 1974 η σχηματισθείσα κυβέρνηση της ΝΔ του Κωνσταντίνου Καραμανλή προκηρύσσει Δημοτικές Εκλογές για τα τέλη Μαρτίου 1975.
Το ΠΑΣΟΚ σαν κόμμα βρίσκεται με 13% στο Ελληνικό Κοινοβούλιο αλλά οργανωτικά είναι στα σπάργανα. Έτσι ψάχνει να βρει ανθρώπους με κύρος και αναγνωρισιμότητα να το εκπροσωπήσουν στην Τοπική Κοινωνία.
Στη Νέα Σμύρνη η Τοπική Οργάνωση μόλις που είχε στηθεί από καμιά δεκαριά νεολαίους φοιτητές και δεν είχε τη δυνατότητα να υποδείξει κάποιον. Αρχές Δεκέμβρη του 1974 με προσωπική παρέμβαση του Ανδρέα Παπανδρέου προκρίνεται ο γνωστός στη Νέα Σμύρνη Βασίλης Μεσολογγίτης, Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και γνωστό στέλεχος της Εαμικής Αριστεράς.
Εκείνη την εποχή το ΠΑΣΟΚ έκανε «κρα» προκειμένου να εντάξει στο στελεχικό δυναμικό του τέτοια άτομα. Τον Βασίλη σχεδόν τον παρακαλάνε να διεκδικήσει το Δήμο και ο Βασίλης δέχεται. Αγωνιστής, έντιμος, με κύρος, αξιοπρέπεια και το κυριότερο βαθιά δημοκράτης, ήταν λίρα εκατό για υποψηφιότητα. Αρχές Γενάρη ο Μεσολογγίτης έχοντας το χρίσμα από το ΠΑΣΟΚ, έχει ήδη έτοιμο και το συνδυασμό με τον οποίο θα διεκδικήσει το Δήμο. Και ενώ ο Βασίλης έτρεχε 24 ώρες το 24ωρο και υποχρεωνόταν σε μέλη της Τοπικής Κοινωνίας για να μπουν στο συνδυασμό, ξαφνικά το ΠΑΣΟΚ τον πουλάει.
Με παρέμβαση του τότε Γενικού Γραμματέα του κινήματος Στέλιου Πανταζόπουλου κλείνεται συμφωνία με το ΚΚΕες. να υποστηριχθεί από το ΠΑΣΟΚ ο δικός τους υποψήφιος Μπάμπης Μπεχλιβανίδης και αντίστοιχα στο Περιστέρι, το ΚΚΕες να υποστηρίξει τον υποψήφιο του ΠΑΣΟΚ. Και σα να μην έφτανε μόνο αυτό, δίνεται και γραμμή, οι υποψήφιοι με τον Μεσολογγίτη να πάνε με τον Μπεχλιβανίδη.
Γιοβάς, Καρατάσος, Ατματζίδης (μετέπειτα βουλευτής Ξάνθης) και άλλοι, αφήνουν τον Μεσολογγίτη σύξυλο, τον εγκαταλείπουν και πάνε με τον Μπεχλιβανίδη.
Θυμάμαι εκείνο το απόγευμα του Φλεβάρη που εμφανίζεται ο Βασίλης στην Τοπική Οργάνωση πανευτυχής. Έχουμε μείνει όλοι, όσοι ήμασταν εκεί, εμβρόντητοι.
Μετά από όσα είχαν συμβεί ο Βασίλης αντί να είναι μουδιασμένος ήταν χαρούμενος. Η χαρά του έγινε και δική μας όταν τελείωσε την αφήγησή του.
« Κάποτε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 όταν ήμουν Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών δέχτηκα μια επίσκεψη. Ήρθε ένας πατέρας με το γιό του. Ένα μικρόσωμο παιδάκι ντροπαλό που ήθελε να γίνει ηθοποιός. Ο πατέρας, μου μίλαγε και ο μικρός ήταν συνέχεια με σκυμμένο κεφάλι, όταν όμως το σήκωνε, έβλεπα στη ματιά του μια δύναμη και μια ζωντάνια. Ρώτησα το μικρό γιατί θέλει να γίνει ηθοποιός και μου απάντησε πως μόνο αυτό θέλει να κάνει. Εξήγησα στον πατέρα πως ο μικρός με τη θέληση που έχει, θα γίνει καλός ηθοποιός και να μην του στερήσει το όνειρο.
Στο άκουσμα της προτροπής μου, ο μικρός έλαμψε από χαρά. Τους είπα και σε ποια σχολή να απευθυνθούν και πως θα πάρω και εγώ τηλέφωνο τον Διευθυντή να τον ενημερώσω. Ο μικρός ήταν ο Τόλης Βοσκόπουλος. Από τότε δεν είχα μαζί του καμιά επαφή. Πέρασαν σχεδόν πάνω από 15 χρόνια. Χτες δέχτηκα ένα τηλεφώνημα. Σήκωσα το ακουστικό και στην άλλη γραμμή ήταν ο Βοσκόπουλος.
-Καλησπέρα κύριε Βασίλη, είμαι ο Τόλης Βοσκόπουλος, το παιδάκι που κάνατε ηθοποιό, έμαθα ότι θα είστε υποψήφιος Δήμαρχος στη Νέα Σμύρνη και θα ήθελα με οποιονδήποτε τρόπο να σας ξεπληρώσω το καλό που μου κάνατε. Θα μπορούσα ακόμα και στις ομιλίες σας να είμαι δίπλα σας. Σε εσάς χρωστάω τα πάντα, σας θεωρώ πατέρα μου. Του είπε και άλλα πολλά.
Μας τα περιέγραφε ο κύριος Μεσολογγίτης και ήταν βαθιά συγκινημένος.
-Έχω βοηθήσει αρκετούς ανθρώπους και με έχουν προδώσει, μόλις προχτές με παρακαλούσαν να είμαι υποψήφιος και σε λίγες μέρες με πούλησαν. Τα αναφέρω επειδή για αυτό το παιδάκι δεν έκανα και κάτι το σημαντικό, μόνος του έγινε μεγάλος και τρανός, φίρμα… και όμως με πήρε τηλέφωνο να με βοηθήσει μετά από τόσα χρόνια. Εγώ το περιστατικό το είχα ξεχάσει. Μου μίλαγε και η υποχρέωσή που αισθανόταν, χωρίς καν σπουδαίο λόγο, μου τρύπαγε το αυτί.
Μόνο για αυτό το τηλεφώνημα δεν θα παραιτηθώ, θα συνεχίσω και θα κατέλθω στις εκλογές να διεκδικήσω το Δήμο παρά τον πόλεμο που θα δεχτώ.
Ο Μεσολλογίτης ήρθε τρίτος στις εκλογές, πρώτος ο Παπαθανασίου και δεύτερος ο Μπεχλιβανίδης. Στις επαναληπτικές ο Μεσολογγίτης στήριξε τον Μπεχλιβανίδη και όχι μόνο τον στήριξε αλλά και τον βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις στο έργο του.
Ηθικόν δίδαγμα. Ο Τόλης δεν υπήρξε ποτέ αχάριστος.
2η Μαρτυρία.
Ένα απόγευμα καλοκαίρι του 1979 είμαι δόκιμος δημοσιογράφος στα ΝΕΑ. Δουλεύω απογευματινή βάρδια 12 με 8. Κάποια στιγμή κατεβαίνοντας τις σκάλες για το τυπογραφείο με συναντά ο Ζάχος Χατζηφωτίου.
-Ποιος είσαι εσύ μικρέ με ρωτά.
-Δημοσιογράφος του απαντώ.
-Όχι και δημοσιογράφος, τσιράκι του κάλφα είσαι που σημαίνει δόκιμος. Τι ώρα σχολάς με ξαναρωτά.
-Είμαι απογευματινή βάρδια και σχολάω στις οκτώ.
-Ωραία θα μου κάνεις μια δουλειά που θα σου αναθέσω μου λέει επιτακτικά. Στις εννέα απόψε θα πας μέχρι τη Γλυφάδα.
Βασικά δεν ήθελα να πάω πουθενά αφού είχα ραντεβού με το κορίτσι μου, αλλά πώς να αρνηθείς στο Χατζηφωτίου. Έτσι και σε στοχοποιούσε, χειρότερος και από τον Λευτέρη τον Παπαδόπουλο (Γειά σου Πρόεδρε)
Ο Ζάχος είχε μια στήλη στον Ταχυδρόμο τα «Παραλειπόμενα της Αθηναϊκής Νύχτας», το περιοδικό έβγαινε κάθε Πέμπτη και η συζήτηση που κάναμε γινόταν ημέρα Τρίτη. Μπορούσα να αρνηθώ μια και δεν ανήκα στο Ταχυδρόμο αλλά είπαμε Ζάχος ήταν αυτός.
-Θα πας στα Αστέρια της Γλυφάδας, θα σε περιμένει ο Τόλης Βοσκόπουλος θα του πάρεις μια συνέντευξη μαγνητοφωνημένη, θα βάλεις την κασέτα μέσα σε ένα φάκελο με το όνομά μου, θα τη φέρεις αμέσως μετά και θα την αφήσεις στο γραφείο του κυρίου Τζάθα. Πάρε και τις ερωτήσεις που θα του κάνεις και τράβα.
Ζώνομαι και εγώ το μαγνητόφωνο, ένα ΑΚΑΙ και στις εννέα βρίσκομαι έξω από την καμπάνα του Τόλη στα Αστέρια. Με περιμένει και μπροστά του έχει ένα τραπεζάκι γεμάτο φρούτα της εποχής, ένα μπουκάλι ουίσκι και μερικά πούρα. Βάζω μπρος το μαγνητόφωνο, βγάζω από την τσέπη το χαρτί με τις ερωτήσεις και ξεκινώ. Ο Τόλης μόλις βλέπει το χαρτί βάζει τα γέλια.
-Εσύ θα τις κάνεις τις ερωτήσεις ή ο Ζάχος με ρωτάει.
-Εγώ για λογαριασμό του κυρίου Χατζηφωτίου του απαντώ.
Μια από τις ερωτήσεις… αν ο Τόλης ήταν ικανοποιημένος από το καινούριο συμβόλαιο που είχε κάνει για την καλοκαιρινή περίοδο. (Αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν ένα συμβόλαιο με τον επιχειρηματία Γιουγουρτάκη)
Όταν τελείωσε η συνέντευξη και έκλεισα το μαγνητόφωνο, μου λέει ο Τόλης στην ψύχρα. Μικρέ αυτό που θα σου πω θα μείνει μεταξύ μας και στο λέω για να σε δοκιμάσω αν θα γίνεις καλός δημοσιογράφος με αξιοπιστία. Το νούμερο είναι 60.000 κάθε βράδυ.
Δηλαδή τον ρωτάω. Τι εννοείτε ?
-Θα παίρνω 60.000 κάθε βράδυ.
Εγώ πραγματικά δεν καταλάβαινα και τον ξαναρωτάω.
-Αγόρι μου κάθε βράδυ που θα τραγουδάω θα παίρνω 60.000 δρχ αλλά αυτό θα μείνει μεταξύ μας.
Έχω πάθει ΣΟΚ
Εγώ στα ΝΕΑ έπαιρνα 1.200 δρχ την εβδομάδα και ο Δημόσιος Υπάλληλος 8.000 δρχ το μήνα. Σε ένα μήνα ο Τόλης αγόραζε ένα τεσσάρι διαμέρισμα. Μόνο στον τόκο να έβαζε τις 600.000 δρχ των δέκα ημερών θα είχε το ετήσιο εισόδημα ενός υπαλλήλου.
Η αλήθεια είναι πως δεν τον πίστεψα αλλά έδειξα πως το δέχομαι. Από την αμηχανία μου με γλύτωσε το παιδί που είχε έρθει να μαζέψει ποτήρια, μπουκάλια κλπ.
-Που θα πας τώρα με ρωτάει ο Τόλης.
-Θα ανέβω Σταδίου στην Εφημερίδα.
-Αν θέλεις να περιμένεις λίγα λεπτά να ντυθώ θα σε πάω εγώ αφού θα ανέβω στο Κολωνάκι.
Έχει περάσει κανένα μισάωρο που έφυγε ο Τόλης για να ντυθεί. Την ώρα που βγαίνει κουστουμαρισμένος, έρχεται το παιδί που πριν μάζευε το τραπέζι, με ένα ποτήρι που είχε μέσα κάτι κίτρινο σαν χυμό. Τη στιγμή που πάει να τον δώσει παραπατάει και χύνει σχεδόν όλο το χυμό πάνω στο παντελόνι του Τόλη.
Εγώ έχω μείνει κάγκελο και το παιδί κίτρινο σαν λεμόνι. Περιμένω να γίνει το σώσε. Ο Τόλης σκύβει βλέπει το παντελόνι, χαμογελάει, σηκώνει το κεφάλι του με κοιτάζει και μου λέει…
-Ρε μάγκα τι τυχερός που είσαι, την πρωτοχρονιά να έρθεις σπίτι να μου σπάσεις το ρόδι. Γυρνάει στο παιδί το αγκαλιάζει και του λέει. Δεν πειράζει αγόρι μου δεν το ήθελε που σε έσπρωξε και φεύγει να αλλάξει. Στην επιστροφή κρατάει το κουστούμι, το δίνει στο παιδί και ευγενικά του ζητάει να καθαρισθεί. Του δίνει ένα χιλιάρικο για να πληρώσει το καθαριστήριο και να κρατήσει τα ρέστα.
Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο μια MBW και στο ύψος του Ιπποδρόμου ο Τόλης ανοίγει το στόμα του για πρώτη φορά από τη Γλυφάδα που φύγαμε. Κάθομαι στο πίσω κάθισμα και αυτός στη θέση του συνοδηγού. Στρέφει το κεφάλι του και η πρώτη του κουβέντα είναι.
«Συγνώμη που έριξα το φταίξιμο σε σένα αλλά το έκανα επίτηδες και νομίζω πως το κατάλαβες. Έτσι απάλλαξα το παιδί από τις ενοχές και από το φόβο της απόλυσης. Θα ήταν υποχρεωμένο να πει το περιστατικό στον μέτρ και αυτός θα το απέλυε ακόμα και αν του ζητούσα εγώ να μην το κάνει. Ενώ έτσι θα τη γλυτώσει.
Του απαντώ πως το κατάλαβα γιατί εγώ ήμουν ένα μέτρο μακριά και συνεχίζω.
-Μπορώ να φύγω από την εφημερίδα και να έρθω στα Αστέρια να σας ρίχνω χυμό στο παντελόνι. Χυμό και χιλιάρικο.
Βάζει τα γέλια και μου εκμυστηρεύεται πως αυτό το χιλιάρικο είχε όλο και όλο στην τσέπη του.
Του προτείνω να τον δανείσω και ξαναγελάει.
Φοβερά ετοιμόλογος μου ζητάει να αναβάλω την επίσκεψη της Πρωτοχρονιάς στο σπίτι του και να τον επισκέπτομαι στη Γλυφάδα για να του φτιάχνω το κέφι. Ήταν η ωραιότερη διαδρομή της ζωής μου από Γλυφάδα-Αθήνα.
Ηθικόν δίδαγμα. Η ευγένεια η αγάπη του Τόλη για τον κόσμο και ο μη σνομπισμός του θα πρέπει να διδάσκεται σε όλες τις υποτιθέμενες φίρμες.
3η Μαρτυρία
Τα χρόνια έχουν περάσει, εγώ έχω εγκαταλείψει τη δημοσιογραφία και το 1995 με βρίσκει υπάλληλο πίσω από ένα γκισέ τράπεζας. Το κατάστημα είναι καινούριο και έχει ανάγκη εξεύρεσης πελατείας. Κάτοικος Νέας Σμύρνης από παλιά είμαι ο ιδανικός να στελεχώσω σαν Υποδιευθυντής το νέο κατάστημα της Τράπεζας Αττικής στη Νέα Σμύρνη. Έτρεχα από το πρωί ίσαμε το βράδυ να βρω πελάτες. Κάποια στιγμή με παίρνει τηλέφωνο ο Πρόεδρος της Τράπεζας Σούλης Αποστολόπουλος και μου ζητάει να επισκεφτώ τον επιχειρηματία Παπαθεοχάρη στο Διογένη.
-Τάσε να πας το βραδάκι στο Διογένη να βρεις τον Παπαθεοχάρη, του έχω μιλήσει, να τον κάνουμε πελάτη και να μας φέρει τις καταθέσεις όχι μόνο τις δικές του αλλά και του προσωπικού του. Να μας φέρει τη μισθοδοσία και να τους δώσουμε και κανένα καταναλωτικό. Ο Αποστολόπουλος ήταν προσωπικός φίλος με τον Παπαθεοχάρη. Είχαν δύο κοινά σημεία. Και οι δύο λάτρευαν τον Παπανδρέου και τον Τσοχατζόπουλο.
Να μην τα πολυλογώ, βρίσκομαι με τον Παπαθεοχάρη συζητάμε τα τραπεζικά και μετά η συζήτηση εξελίσσεται στα καλλιτεχνικά. Φτάνουμε και στον Τόλη Βοσκόπουλο. Αναφέρω το συμβάν με τη Γλυφάδα, μετά από τόσα χρόνια αναφέρω για πρώτη φορά το συμβόλαιο του Τόλη, μέχρι τότε δεν το είχα πει σε κανένα. Αυτό ήταν… ο Παπαθεοχάρης ποταμός για τον Βοσκόπουλο. Σα να μιλούσε για τον ίδιο το Θεό. Τον άκουγα αποσβολωμένος. Με είχε μαγνητίσει. Και τι δεν μου είπε. Μερικά από όσα έχω συγκρατήσει.
« Φωνή σαν του Καζαντζίδη δεν πρόκειται να ξαναβγεί ούτε σε 100 χρόνια, όμως ολοκληρωμένος καλλιτέχνης και άνθρωπος στο χώρο το δικό μας σαν τον Τόλη ούτε σε 1000. Αν βρεις έναν άνθρωπο να πει κακό λόγο για τον Τόλη όχι μόνο στο σινάφι μας αλλά και παραπέρα εγώ θα σου δώσω τα κλειδιά του μαγαζιού. Πραγματικά τόσο μπορεί να ήταν το συμβόλαιο του 60.000 και ξέρεις γιατί ? Όταν ο Τόλης έκλεινε ένα συμβόλαιο δεν το έκλεινε μόνο για τον εαυτό του αλλά και για όλο το προσωπικό του μαγαζιού. Το προσωπικό έπαιρνε διπλό μισθό έναν από τον επιχειρηματία και έναν από τον ίδιο. Ήταν ο πρώτος που απαίτησε οι κοπέλες με τα λουλούδια να έχουν μισθό συν ποσοστά. Μέχρι πριν είχαν μόνο ποσοστά. Και καλά στα μεγάλα μαγαζιά, οι λουλουδούδες καθάριζαν καλά αλλά στα μικρά τι να βγάλουν. Ε ! ο Τόλης άνοιξε τον ασκό του Αιόλου».
Εκεί κάπου με πετάει και την πολιτική σπόντα.
«Το ξέρεις ότι ο Τόλης είναι αριστερός ? Αριστερός και με πράξεις όχι λόγια. Δηλαδή τι εννοείς τον ρωτάω ? Ο Τόλης ψήφιζε πριν την μεταπολίτευση ΕΔΑ και μετά συνέχεια ΠΑΣΟΚ».
-Έλα ρε δεν το πιστεύω
-Να το πιστέψεις
-θα σου πω και το άλλο για να καταλάβεις το Βοσκόπουλο. Μια φορά στις 15 μέρες γυρνάει στα καφενεία της Κοκκινιάς και πίνει καφέ και μια φορά το μήνα πάει στη Λαχαναγορά του Ρέντη και πίνει καφέ με τους χαμάληδες. Όπως τον ξέρεις στις ταινίες μελό που γύριζε έτσι είναι και στην προσωπική του ζωή. Εγώ δεν έχω συνεργαστεί μαζί του και δεν έχω λόγο να στον εκθειάζω. Την αλήθεια λέω. Ο άνθρωπος δεν έχει ταίρι. Όλη την Ελλάδα να ψάξεις, άνθρωπο που βοήθησε ανθρώπους σαν τον Τόλη και τη Μερκούρη δεν θα βρεις. Ο πολύς κόσμος τον Τόλη τον ξέρει και τον κρίνει από την γκλαμουριά του, τις ωραίες γυναίκες που είχε, τα λεφτά και αν θέλεις και από το τσιγαρίλικι που κάπνιζε. Όμως πίσω από όλα αυτά κρυβόταν ένα αθώο παιδί. Ξέρεις πιο ήταν το άγχος του Τόλη. Μην τυχόν και αδικήσει κανένα. Προτιμούσε να χάσει και να αδικηθεί εις γνώση του, παρά να κάνει κάτι αμφισβητούμενο. Ξέρεις ότι γέμιζε φορτηγά ολόκληρα με τρόφιμα και τα έστελνε στις φτωχογειτονιές της Κοκκινιάς, χωρίς να το γνωρίζει κανένας. Θα σου πω κάτι για να καταλάβεις τι εστί Τόλης. Μια φορά τράκαρε με το αυτοκίνητο και χρειάστηκε φανοποιείο. Το πήγε σε ένα συνεργείο στο Νέο Κόσμο, κατά σύμπτωση εκεί πήγαινα και το δικό μου.
Πάω μια μέρα στον Τάκη και βλέπω το αυτοκίνητο του Τόλη μέσα. Ρε συ τον ρωτάω αυτό είναι του Τόλη ? Ναι μου απαντά. Άντε τα κονόμησες του λέω. Μπα μου λέει μικροζημιές είναι και δεν θέλω να του πάρω μια. Τη διαφήμιση που θα μου κάνει αρκεί. Μωρή κουφάλα σφάζεις εμένα και του Τόλη που τρέχει το χρήμα από παντού δεν θα του πάρεις μία. Δεν ξανάρχομαι του είπα αστειευόμενος. Είχαν περάσει δύο χρόνια από τότε και με τον Τάκη τον φαναρτζή δεν είχαμε βρεθεί, μια δυο φορές που κάτι χρειάστηκε το αμάξι, το πήγε ένας υπάλληλος μου. Μια βραδιά έρχεται ο Τάκης στο μαγαζί. Τον βλέπω αλλά δεν του μιλάω, κατά τις τέσσερις το πρωί πάει να πληρώσει. Εγώ έχω δώσει εντολή να μην δεχτούν πληρωμή, κερασμένα από μένα. Ανεβαίνει ο Τάκης πάνω στο γραφείο να με ευχαριστήσει. Έλα ρε μαλάκα του λέω, τι να πληρώσεις, τέσσερα κορίτσια έχεις, που να τα βγάλεις πέρα, έχεις και τα σχολεία και τα έξοδα, φροντιστήρια κλπ. Άσε δώρο στις κόρες.
Δεν ξέρεις μου λέει εδώ και δύο χρόνια κάθε Σεπτέμβρη έρχονται στο μαγαζί δύο κούτες τεράστιες και δεν ξέρω από πού. Δύο κούτες με πάνω από εκατό τετράδια διαφόρων τύπων, μολύβια, μαρκαδόροι, ντοσιέ, καρμπόν, τσάντες όλα όσα χρειάζονται τα παιδιά. Ένα ολόκληρο βιβλιοπωλείο. Χωρίς καμιά ένδειξη ούτε από πού έρχονται. Μου τα αφήνει ένα Βανάκι στο μαγαζί και φεύγει. Όσες φορές ρώτησα τον οδηγό δεν ήξερε ούτε αυτός ποιος τα στέλνει.
Το μυαλό μου πήγε κατ ευθείαν στον Τόλη. Ρε συ να σου πω…τότε που σου έφερε το αμάξι ο Τόλης πληρώθηκες? Η απάντηση του. Εγώ όχι αλλά έδωσε στα παιδιά γερό χαρτζιλίκι.
Ο Τόλης στα στέλνει του λέω, κόβω το κεφάλι μου. Και πραγματικά ο Τόλης τα έστελνε και τα έστελνε για πέντε ολόκληρα χρόνια. Αυτός είναι ο Τόλης και σε ρωτάω είναι αριστερός για δεν είναι. Θέλεις να σου θυμίσω και το αντριλίκι του. Θυμάσαι τη δίκη Τσοβόλα ? Θυμάσαι τη σκευωρία Κοσκωτά ? Θυμάσαι τότε που είχαν στραφεί όλοι εναντίον του ΠΑΣΟΚ, του Αντρέα και του Τσοβόλα ? Θυμάσαι που φοβόσουν να πεις ότι είσαι ΠΑΣΟΚ, ότι όλα αυτά είναι ψέματα ? Ακόμα και οι φίλοι και σύντροφοι, αυτοί που είχαν ευεργετηθεί από τον Τσοβόλα έκαναν πως δεν τον ήξεραν. Ποιος βγήκε και έκανε δηλώσεις υπέρ του Τσοβόλα και μίλησε για σκευωρία της Δεξιάς. Ο Τόλης φίλε, ο Τόλης και χωρίς να έχει κάποια υποχρέωση ή ανάγκη».
Παίδες το κλείνω εδώ γιατί θα με πάρει το βράδυ να γράφω για τον Τόλη.
Ηθικόν Δίδαγμα Τόλης άνθρωπος για να βγει ξανά θα πρέπει να γίνει πρώτα το καλούπι. Άλλο το φαίνεσαι και άλλο τι είσαι.

Tasos Sideridis

Υ.Γ. Από τους λίγους που τουλάχιστον τιμήθηκε δίκαια με την κηδεία του Δημόσια Δαπάνη. Όσοι είναι μίζεροι και αντιδρούν σε αυτή την απόφαση να το πουν στους κατοίκους της Κοκκινιάς, του Δουργουτίου, του Περάματος, στους εργάτες στη Λαχαναγορά και σε τόσους άλλους. Φτάνει πια με την ψευτοκουλτούρα και την ψευτοαριστερά.

 

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Γιάννης Πουλόπουλος - Μην του μιλάτε του παιδιού - Official Audio Release

Γιάννης Πουλόπουλος - Όλα δικά σου, μάτια μου - Official Audio Release

Γιάννης Πουλόπουλος - Ξημερώνει Κυριακή - Official Audio Release

Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Steve Jobs.....

Ο Steve Jobs λίγο πριν πεθάνει στα 56 του από καρκίνο στο πάγκρεας είπε στο κρεβάτι του νοσοκομείου:
" Έφτασα στη κορυφη του επιχειριματικου κοσμου. Στους αλλους η ζωη μου ειναι η επιτομη της επιτυχιας. Αλλα εκτος της δουλειας, εχω μια μικρη χαρα. Στην ουσια, ο πλουτος ειναι απλα ενα κομματι της ζωης μου.
Αυτη τη στιγμη ξαπλωμενος αρρωστος σε ενα κρεβατι οταν αναπολω τη ζωη μου και συνειδητοποίω πως η φημη, η αναγνωριση και ο πλουτος που για τοσα χρονια περηφανευομουν εχουν ξεθωριασει και δεν εχουν καποια αξια μπροστα στον επερχομενο θανατο.
Μπορεις να προλάβεις καποιον να σου οδηγει το αμαξι ή να σου κανει λεφτα, αλλα δεν μπορεις να προσλάβεις καποιον να υποστει την αρρώστια για εσενα.
Τα υλικα αγαθα μπορουν να βρεθουν. Αλλα υπαρχει κατι που αν χαθει, δεν μπορεις να το βρεις ξανα.
"Η ΖΩΗ".
Οταν καποιος μπει στο δωματιο για την εγχείρηση, καταλαβαινει πως υπαρχει ενα βιβλιο που δεν εχει τελειωσει να διαβαζει.
"το βιβλίο της Υγειους Ζωης"
Σε οποιο σταδιο της ζωης και να εισαι τωρα, θα φτασει η ωρα που θα αντιμετωπισεις τη στιγμη που κλεινει η "αυλαια" της ζωης.
Εκτιμησε την αγαπη για την οικογενεια σου, για το συντροφο σου και τους φιλους σου..
Οσο μεγαλωνουμε συνηθως γινομαστε σοφοτεροι και σιγα σιγα καταλαβαινουμε πως ειτε φορας ενα ρολοι 300€ ειτε 30€, και τα δυο λενε την ιδια ωρα.
Ειτε κραταμε μια τσαντα 300€ ειτε μια 30€, το ποσο που υπαρχει μεσα παραμενει το ιδιο..
Ειτε οδηγουμε ενα αμαξι 150.000€ ειτε ενα των 30.000€, ο δρομος και η αποσταση παραμένει η ιδια και εχουμε τον ιδιο δρομο να διασχισουμε.
Ειτε το σπιτι που ζουμε ειναι 300 τετραγωνικα ειτε 3000 η μοναξια ειναι η ιδια..
Θα καταλαβετε οτι η εσωτερικη ευτυχια σας δεν προερχεται απο τα υλικα αγαθα του κοσμου
Ειτε ταξιδευετε πρωτη θεση ειτε οικονομικη, αν το αεροπλαβο πεσει, θα πεσετε κι εσεις μαζι...
Γι'αυτο, ελπιζω να καταλαβετε οτι οταν εχετε φιλους, κολλητους παλιους γνωστους, αδερφους, αδερφες που μπορειτε να μιλησετε, να γελασετε μαζι, να τραγουδισετε μαζι, κλπ..
Αυτο ειναι πραγματικη ευτυχια!
5 αδιαμφισβητητα στοιχεια της ζωης:
1. Μη μαθαινετε τα παιδια σας να ειναι πλουσια. Μαθετε τα να είναι ευτυχισμενα. Ωστε οταν μεγαλωσουν να ξερουν την ΑΞΙΑ των πραγματων και οχι την τιμη €.
2. Να τρως τη τροφη σαν τα "φαρμακα" σου. Αλλιως θα χρειαζεται να τρως τα φαρμακα σαν την τροφη σου.
3. Αυτος που σε αγαπαει δεν θα σε αφησει ποτε για καποιον αλλον ακομα και αν υπαρχουν 100 λογοι να σε παρατησει, θα βρει ΕΝΑ λογο για να μεινει..
4. Υπαρχει διαφορα στο να εισαι ανθρωπος με το να φαιρεσαι ανθρωπινα. Λιγοι το καταλαβαινουν.
5. Σε αγαπανε οταν γεννιεσαι. Θα σε αγαπανε και οταν πεθανεις. Ενδιαμεσα πρεπει να τα καταφερεις.
ΥΓ: Αν θες να πας γρηγορα, περπατα μονος σου. Αλλα αν θες να πας μακρια, περπατα με παρεα.
Οι 6 καλυτεροι γιατροι στο κοσμο:
1. Ηλιος
2. Ξεκουραση
3. Ασκηση
4. Υγιεινη διατροφη
5. Φιλοι
6. Εμπιστοσυνη στον εαυτο μας.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

29 05 1453....

"Η Πόλις Εάλω!" Αυτή η κραυγή ενός Κωνσταντινουπολίτη που έγινε και κραυγή όλων των κατοικούντων την Πόλη, εκείνο το μεσημέρι της 29ης Μαίου του 1453, μ΄έχει στοιχειώσει εδώ και χρόνια, από την πέμπτη δημοτικού, όταν το πρωτοδιδάχτηκα. Αμέτρητες φορές προσπαθούσα, κάθε χρόνο τέτοια μέρα από τότε, να αναδιαπλάσω την εικόνα της φρίκης αυτού του γεγονότος. Κι άλλες τόσες φορές, η εικόνα που δημιουργούσα ήταν διαφορετική απo τη προηγούμενη...

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Μπελογιάννης......

 
 Πρόσωπα που χαμογελάνε ενώ κάθονται στο εδώλιο του θανάτου.
Πρόσωπα που βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από τον Χάρο.
Πρόσωπα που κοιτούν του δήμιους τους κατάματα και δεν ντρέπονται γι'αυτό που τους συμβαίνει.
Τους χλευάζουν. Χαμογελούν. Καπνίζουν.
Δεν κρύβονται αυτά τα πρόσωπα όπως κάνουν τα πρόσωπα του κοινού ποινικού κώδικα.
Αυτά το πρόσωπα Χαμογελάνε.
Πίσω από αυτά τα πρόσωπα υπάρχουν τέσσερα ονόματα.
Πίσω από αυτά τα ονόματα υπάρχουν Άνθρωποι.
Αυτοί οι Άνθρωποι Χαμογελούν.
Χαμογελούν γιατί το δικό τους έγκλημα είναι η αφοσίωση τους σε μια ιδέα.
Την ιδέα της ελευθερίας.
Δεν ντρέπονται γι'αυτό τους το έγκλημα.
Χαμογελούν γιατί ξέρουν ότι όσες φορές "εις θάνατον" και να ακούσουν, όσες μπότες και να τους καθηλώσουν, με όσες χειροπέδες και αν τους ακινητοποιήσουν, η ιδέα και ο σκοπός τους για ελευθερία και δικαιοσύνη θα αιωρείται ελεύθερη, πάνω από δεμένα κορμιά κι εκτελεστικά αποσπάσματα.
Πάνω από "σκοπεύσατε, πύρ!"
Χαμογελούν σχεδόν με αλαζονεία.
Με σιγουριά.
"Οι αγωνιστές πεθαίνουν χαμογελώντας" σκέφτονται.
Και Χαμογελάνε.
Χαμογελάνε γιατί έσπειραν.
Χαμογελάνε γιατί ξέρουν ότι ο σπόρος που έσπειραν κάποια στιγμή θα αποδώσει καρπούς.
Χαμογελάνε γιατί κάποιοι θα γευτούν αυτούς τους καρπούς.
Κι ας μην προλάβουν αυτοί να δοκιμάσουν.
Δεν τους νοιάζει.
Δεν έχει σημασία.
Απλά Χαμογελούν.
Χαμογελούν γιατί ξέρουν.
Χαμογελούν με τους ψευδομάρτυρες.
Χαμογελούν με το στημένο δικαστήριο.
Χαμογελούν με τις κατηγορίες.
"Κατάσκοποι".
Χαμογελούν γιατί έτσι είναι πιο όμορφοι.
Και η ομορφιά τους είναι εγγυημένη.
Ή ομορφιά τους είναι βαθιά, εσωτερική.
Μια ομορφιά που κάνει την ασκήμια υποφερτή.
Μια ομορφιά που δεν φοβάται.
Μια ομορφιά που Χαμογελάει.
Οι αγωνιστές πεθαίνουν χαμογελώντας..
15 Φεβρουαρίου 1952, αρχίζει η δεύτερη δίκη του Μπελογιάννη και των συντρόφων του στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών. Η δίκη που κατέληξε στην εκτέλεση. Η φωτογραφία είναι από αυτή τη “δίκη Μπελογιάννη".
Με το τσιγάρο αριστερά Νίκος Καλούμενος. Αριστερά του ο Νίκος Μπελογιάννης.
Δίπλα ο Ηλίας Αργυριάδης.
Τελευταίος δεξιά ο Δημήτρης Μπάτσης.
Thomas Badekas

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Μessenger....


ΘΡΑΝΙΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΣΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ

ή εγώ ο εφευρέτης του messenger.
1971 το σωτήριον έτος.
Εκείνη την εποχή υπήρχε μόνο το εξατάξιο γυμνάσιο. Οι ημέρες διδασκαλίας ήταν έξι δηλαδή μάθημα και το Σάββατο. Στις τάξεις υπήρχαν μόνο αγόρια ή μόνο κορίτσια. Μάλιστα η εβδομάδα ήταν σπαστή. Τα αγόρια πηγαίναμε τρεις μέρες πρωί, δηλαδή Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, ενώ απόγευμα πηγαίναμε Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο. Αντίστροφα τα κορίτσια. Απαγορευόταν δε αυστηρά η συνάντηση των δύο φύλλων, για αυτό και το μάθημα το απογευματινό των κοριτσιών ή των αγοριών ανάλογα, άρχιζε μετά από μια σχεδόν ώρα, αφού σχόλαγε το πρωινό τμήμα και εξαφανιζόταν κάθε γάτα ή γάτος σε απόσταση ενός χιλιομέτρου.
Εγώ τότε δεκατριών ετών πήγαινα δευτέρα γυμνασίου στο παράρτημα της Ευαγγελικής σχολής ένα διώροφο κτήριο πάνω στη 2ας Μαΐου στην κεντρική πλατεία της Ν. Σμύρνης.
Εκεί κατά τα μέσα Νοέμβρη εντελώς τυχαία με ένα μολύβι είχα ζωγραφίσει πάνω στο θρανίο το σήμα του Πανιωνίου. Την επομένη όμως που πήγα το βρήκα σβησμένο. Το ξανα ζωγράφισα αλλά και την μεθεπόμενη το βρήκα σβησμένο. Τσαντίστηκα και επειδή ήξερα ότι κάποιο από τα κορίτσια που καθόταν στο θρανίο το έσβηνε, το ζωγράφισα ξανά προσθέτοντας τώρα και την φράση «Σε παρακαλώ μην το σβήνεις»
Ήταν Σάββατο απόγευμα και όλη την Κυριακή μέχρι τη Δευτέρα το πρωί που θα επέστρεφα με είχε φάει η αγωνία για το τι θα είχε απαντηθεί.
Δευτέρα πρωί και η φιλόλογος ζητούσε να βγάλουμε τα τετράδια για την έκθεση. Εγώ υπνωτισμένος κοίταζα το θρανίο και το ξανακοίταζα…
«Σιδερίδη δεν ακούς… βγάλε το τετράδιο να γράψουμε έκθεση» έκραξε η Σκορδά η φιλόλογος. Αλλά εγώ που να ακούσω, αποσβολωμένος διάβαζα και ξαναδιάβαζα…
«Δεν το έσβησα το σηματάκι, επειδή μου το ζήτησες ευγενικά» ήταν γραμμένο πάνω στο θρανίο
Εκείνη τη Δευτέρα έγραψα την καλύτερη έκθεση που έχω γράψει. Η χαρά της απάντησης είχε κάνει την άγνωστη συμμαθήτρια, Μούσα μου.
Πήγαινα εγώ το πρωί έγραφα, ερχόταν εκείνη το απόγευμα το διάβαζε, το έσβηνε και έγραφε το δικό της, που διάβαζα εγώ την άλλη μέρα.
Με αυτό τον τρόπο σβήσε γράψε πάνω στο θρανίο, επικοινωνούσαμε μέχρι το καλοκαίρι, λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία.
Τα μηνύματα ήταν σε καθημερινή βάση με εξαίρεση τις διακοπές των Χριστουγέννων, των διαγωνισμάτων του Φλεβάρη και τις διακοπές του Πάσχα. Όλο αυτό το διάστημα, είχαμε μιλήσει και είχαμε μάθει μέσω των μηνυμάτων τα πάντα ο ένας για τον άλλο. Ποιοι τραγουδιστές μας αρέσουν, ποιοι ηθοποιοί, ποια συγκροτήματα, ποιοι χοροί. Είχαμε μάθει τι εμφάνιση είχε ο καθένας μας, ψηλός εγώ, μέτρια εκείνη, μελαχρινός εγώ με πράσινα μάτια (καστανά έχω) και μασκεμπολίστας, κατάξανθη εκείνη με κορμί Λάσκαρης και αθλήτρια στην ενόργανη.
Ώσπου μια μέρα λίγο μετά την πρωτομαγιά αποφασίσαμε να βρεθούμε. Κοντά επτά μήνες είχαν περάσει για να πραγματοποιηθεί η πρώτη συνάντηση. Επτά μήνες ατέλειωτης αλληλογραφίας πάνω στο θρανίο. Είκοσι μολύβια, τριάντα γομολάστιχες και δεκαεπτά ξύστρες είχα χαλάσει για ένα ραντεβού. Αλλά το ραντεβού κλείστηκε για Σάββατο απόγευμα, απέναντι από την κεντρική πύλη του γηπέδου του Πανιώνιου, στο τέρμα της Παλαιολόγου, στο καφενεδάκι του Θανάση.
« Πως θα σε γνωρίσω» ήταν το τελευταίο μήνυμα που της είχα γράψει.
«Θα φοράω τη σχολική ποδιά χωρίς το γιακαδάκι και μπλε κάλτσες αντί για λευκές με Ελβιέλα παπούτσια μου είχε απαντήσει, ενώ εγώ την ενημέρωνα ταυτόχρονα ότι θα φοράω ένα παντελόνι τζιν καμπάνα ξεθωριασμένο, με ένα μπλουζάκι κίτρινο που θα έγραφε «SANTANA»
Ούτε το ένα φόρεσα ούτε το άλλο επειδή δεν ήθελα να με γνωρίσει αλλά στο ραντεβού πήγα. Ήθελα πρώτα να δω πως θα είναι αυτή και αν μου αρέσει να της μιλήσω, διαφορετικά θα έκοβα λάσπη. Την ίδια σκέψη με μένα δυστυχώς φαίνεται πως έκανε και εκείνη γιατί ποτέ δεν την αναγνώρισα σε όσα κορίτσια πέρασαν από εκεί. Δεν τήρησε τίποτα από όσα είχε υποσχεθεί. Έτσι όση ώρα περίμενα στο καφενεδάκι το μόνο πρόσωπο αναγνωρίσιμο που συνάντησα ήταν μια πρώτη μου ξαδέλφη.
-Τι θέλεις ρε εδώ τέτοια ώρα τη ρώτησα…
-Ένα τοστ ήρθα να πάρω από το Θανάση και θα φύγω μου απάντησε…
-Πάρε το τόστ και δρόμο μη σε πλακώσω, της είπα με το δικαίωμα του προστάτη λόγω συγγένειας και φύλλου. Άλλωστε ήθελα να την ξεφορτωθώ μη με δει με την άλλη.
-Εσύ που πας από εδώ με ρώτησε.
-Πάω στο γήπεδο έχουμε προπόνηση της απάντησα.
Εκείνη έφυγε και εγώ περίμενα άδικα μια ολόκληρη ώρα. Είχαν περάσει καμιά τριανταριά μαθήτριες αλλά καμία με Ελβιέλα ρε φίλε, όλες με Σπορτέξ.
Γύρισα σπίτι απογοητευμένος. Μεγάλη πίκρα. Ξέρεις τι είναι από εκεί που φτερουγίζει η καρδιά, μετά να πέφτει σε κολπική μαρμαρυγή… Μη σου τύχει. Χάνεται ο κόσμος κάτω από τα πόδια σου. Πήζει το σάλιο στο στόμα σου, ατονούν οι μύες και ξαφνικά θέλεις να καθίσεις. Τι έχεις παιδάκι μου σε ρωτάει η μάνα σου και εσύ θέλεις να τη σκοτώσεις αφού πρώτα όμως την έχεις προειδοποιήσει με ένα «άσε μας ρε μάνα και σύ…» Και το χειρότερο είναι Σάββατο και έχεις μπροστά σου μια ολόκληρη Κυριακή μέχρι τη Δευτέρα για να μάθεις τι έγινε. Ξέρεις τι είναι να παλεύεις 24 ώρες με ερωτήματα αμφιβολίας... Κι αν τα ερωτήματα θίγουν και τον αντρισμό σου και είναι του τύπου… Με δούλεψε χοντρά ή με έστησε και με κοίταγε με τις φιλενάδες από απέναντι και γέλαγαν…καλύτερα να κάνεις χαρακίρι.
Γιατρικό μόνο ο χρόνος της λήθης αλλά και ο χρόνος που φέρνει τη Δευτέρα και λύνονται οι παρεξηγήσεις.
Ο ισχυρισμός και των δυο ό ίδιος… Πάνω στο θρανίο είχε γραφτεί το ίδιο. « Ήρθα αλλά δεν σε είδα»
Πέρασε μια ολόκληρη εβδομάδα σιωπής χωρίς γραφή και ανάγνωση. Η απογοήτευση μας είχε κατακλύσει σε βαθμό αδράνειας. Δεν ξέραμε τι να γράψουμε και τι να πούμε. Δεν τολμούσε κανένας να κάνει την αρχή. Μόνη παρηγοριά το πάρτι της ξαδέρφης μου που θα γινόταν το Σάββατο ως αποχαιρετιστήριο στη σχολική χρονιά. Μια εβδομάδα μαθημάτων θα έμενε και μετά τέρμα.
Δεκατέσσερις άντρες και πέντε κορίτσια ήμασταν εκείνο το βράδυ στο πάρτι. Το Ταμ-Ταμ και το Μπυράλ έρεαν άφθονα ενώ το Βερμούτ ήταν σε ελεγχόμενες δόσεις. Τα αυτοσχέδια φωτορυθμικά άλλαζαν χρώματα, ο ρυθμός εναλλασσόταν από μπλουζ σε ροκ και τα σαρανταπεντάρια δισκάκια ταξίδευαν από χέρι σε χέρι. Μαζί όμως με αυτά ταξίδευε από χέρι σε χέρι και το «Αλμπουμ ή Λεύκωμα» εκείνο το τετράδιο ερωτήσεων και απαντήσεων διακοσμημένο με τις αντίστοιχες φωτογραφίες των θεμάτων.
Στη θέση της ερώτησης, ας πούμε, ποιος τραγουδιστής ή ηθοποιός σου αρέσει υπήρχε και η αντίστοιχη φωτογραφία κάποιου σταρ. Χέρι στο χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια, (κλεμμένο) όπου διαβάζω…
ΕΡΩΤΗΣΗ
Ποιο είναι το μεγαλύτερο ψέμα που έχετε πει και από κάτω φαρδιά πλατιά…
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Το μεγαλύτερο ψέμα που έχω πει είναι όταν κορόιδεψα ένα συμμαθητή μου ότι θα φοράω Ελβιέλα παπούτσια και ποδιά χωρίς γιακά.
Υπογραφή «ΤΟ ΡΟΖ ΣΥΝΕΦΑΚΙ» το ψευδώνυμο της ξαδέρφης.
Την Δευτέρα εγώ πάνω στο θρανίο είχα γράψει.
« Αν σε ξαναπιάσω να κλείνεις ραντεβού στο καφενεδάκι του Θανάση θα σε τσακίσω στο ξύλο» Θεόδωρος Μπιρδιμίρης ο πατέρας σου.
Την άλλη μέρα το μεσημέρι πέρασα και από το σπίτι της να δω αντιδράσεις. Η θεία μου είπε πως είχε πυρετό και δεν θα πήγαινε σχολείο…Μπήκα στο δωμάτιο και την είδα…Μου ζήτησε να μάθω ποιος σε αυτή την αίθουσα κάθεται στο συγκεκριμένο θρανίο.
Η ξαδέλφη δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν στο θρανίο. Της δίνεται η ευκαιρία αν διαβάσει το κείμενο να το μάθει τώρα ύστερα από πενήντα χρόνια.
Εγώ πάντως έμεινα με την ικανοποίηση της εφεύρεσης του messenger.

(πηγή) 
Tasos Sideridis

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Κώστας Βάρναλης

Κώστας Βάρναλης: Ποιητής, συγγραφέας, κριτικός, μεταφραστής και εν γένει διανοούμενος της Αριστεράς, ο Κώστας Βάρναλης μας κληροδότησε ορισμένα σημαντικά έργα («Το φως που καίει», «Σκλάβοι Πολιορκημένοι» , «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική», « Η αληθινή απολογία του Σωκράτη»).

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

ΓΙΑΤΙ ΧΤΥΠΟΥΝ ΜΕ ΛΥΣΣΑ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ;....


 
          ΓΙΑΤΙ ΧΤΥΠΟΥΝ ΜΕ ΛΥΣΣΑ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ;
Οταν ο Βαυαρος μπουλης, Οθωνας, στεφθηκε βασιλιας μιας χωρας που αγνοουσε κι οι αγωνιστες της, οσοι ειχαν επιζησει, ζητιανευαν ή φυλακιζονταν, μαστορες και καλφαδες ηρθαν απ τις Κυκλαδες και την Ηπειρο, για να του χτισουν το παλατι.
Πολλοι εγκατασταθηκαν σε μια περιοχη, που καθως ηταν... μακρια απ τα σκαρια των ανακτορων, ονομαστηκε Προαστιον.
Μαζευτηκαν εκει και αγγειοπλαστες αφου το νταμαρι στον κοντινο λοφο (Στρεφη) εδινε και κοκκινοχωμα που στροβιλιζοταν στον τροχο κι εβγαζε πιθαρια.
Η περιοχη βαφτιστηκε απ τον εργατοκοσμο Πιθαραδικα.
Οταν οι καλφαδες εχτισαν το Πανεπιστημιο, τα Πιθαραδικα γεμισαν σπουδαστες, καθηγητες, ποιητες, συγγραφεις, τυπογραφους και καθε λογης διανοουμενους.
Τα αγγειοπλαστεια συνυπηρχαν πια με βιβλιοπωλεια, παντοπωλεια, μαναβικα και υφασματεμπορικα.
Ηταν η εποχη που οι νεοι κυκλοφορουσαν με εισαγομενα λευκα καπελα . Οι φοιτητες της εποχης βιωναν τη βαυαρικη καταπιεση και θελησαν να εκφρασουν την αντιθεση τους στην εισαγωγη "ξενοφερτων" καπελων και στη στυλιζαρισμενη εμφανιση. Αντικατεστησαν λοιπον τα λευκα καπελα με ψαθακια απο τη Σιφνο, που ηταν απλα, φτηνα, ντοπιας παραγωγης και παρεπεμπαν στα καπελα που φορουσαν στην Ιταλια οι εξεγερμενοι του Γαριβαλδη. Ετσι, οι φοιτητες με τα ψαθακια, που σιχαθηκαν τη βαυαρικη αποικιοκρατια, ονομαστηκαν Γαριβαλδινοι και οι συντηρητικοι παλατιανοι των ασπρων καπελων, Αυστριακοι.
Οι εισαγωγεις των λευκων καπελων ειδαν να μειωνονται τα κερδη και στις 11 Μαϊου 1859, που Γαριβαλδινοι, Αυστριακοι και ντροπαλαι δεσποσυναι εκαναν βολτες στο Πεδιον του Αρεως, εστειλαν υπαλληλους με ξεχαρβαλωμενα ψαθακια κι αλλα σε σχημα και μεγεθος περιπαικτικο, να κατατροπωσουν την αιτια του μειωμενου μπεζαχτα.
Ετσι ξεκινησαν τα Σκιαδικα, που εξαπλωθηκαν στα γυρω Πιθαραδικα κι εμειναν στην ιστορια για τη βαρβαροτητα των χωροφυλακων αλλα και ως η πρωτη εξεγερση, που τρια χρονια μετα θα εστελνε τον Οθωνα απο κει που ηρθε.
Αρχηγος της χωροφυλακης ηταν ο Κωσταντινος Δημητριαδης, που ειχε προσφατα απαρνηθει τη φουστανελα, ειχε εκλεγει βουλευτης με νοθεια και ειχε χοντρυνει τα μπαστουνια των χωροφυλακων σε ροπαλα, που πανω τους εγραφαν, " η ισχυς του νομου".
Ο Εντμον Αμπου γραφει εκεινη την εποχη, "τους υφισταμενους του αρχηγου της χωροφυλακης, κανεις δεν θα ηθελε να τους συναντησει στη γωνια ενος δασους". Τοσο τρομο προκαλουσαν απο τοτε οι "προστασιας του πολιτη"
Τα Σκιαδικα πνιγονται σε μια αγρια καταστολη.
Τα Πιθαραδικα συνεχιζουν να πυκνοκατοικουνται και περιπου μια εικοσαετια μετα τα Σκιαδικα, ερχεται απο την Κονιτσα ο Βασιλειος Εξαρχος και ανοιγει ενα μεγαλο εμπορικο, με ολα τα καλα. Λαδια, κρασια και ηπειρωτικα τυρια, παστες ρεγγες και υφασματα.
Η περιοχη γινεται διασημη χαρη στο μεγαλομπακαλικο, γωνια Θεμιστοκλεους και Σολωνος και παιρνει το ονομα του μεγαλομπακαλη.
Το Προαστιον που εγινε Πιθαραδικο, ολοι το ξερουν τωρα ως Εξαρχεια.
Φτανουμε στο ντροπιαστικο ελληνοτουρκικο πολεμο και η εξαρση του εθνικισμου ειναι τετοια, που συμπαρασυρει το φοιτητοκοσμο στα Ευαγγελικα.
1901, Νοεμβρης. Στην περιοχη γυρω απ το Πανεπιστημιο και στα Εξαρχεια, πορειες, ξυλο, συλληψεις και νεκροι γιατι ο υπερεθνικισμος ειναι τυφλα και "βλεπει" στη μεταφραση του Ευαγγελιου στη δημοτικη, τον "σλαβικο κινδυνο"
Τα Ευαγγελικα τελειωνουν, με 8 ή 11 νεκρους.
Μεσα στη δινη των εξεγερσεων και του μεσοπολεμου γεννιουνται και μετακομιζουν στο μεταξυ ποιητες και οι συλλογες τους τυπωνονται στα τυπογραφεια των Εξαρχείων
Στη διαρκεια της Γερμανικης Κατοχης, το Χημειο στη Σολωνος φιλοξενει στα υπογεια του, ενα πολυτιμο ασυρματο.
Η Εθνικη Αντισταση κανει τις ταρατσες, στα Εξαρχεια, προμαχωνες. Στην Μπλε Πολυκατοικια, που στεγαζονταν οι πρακτορες του Μιδα, ο ΕΛΑΣ εγκαθιστα βαρυ οπλισμο. Ειναι η ιδια πολυκατοικια στην οποια μετα εμειναν η Βεμπο, ο Αλεκος Σακελλαριοε, ο Δημητρης Μυρατ, ο Χορν.
Στα Εξαρχεια παντα συνυπαρχει η εξεγερση με τη διανοηση
Το 1973 αλλη μια ταρατσα της περιοχης σφραγιζεται απο μισν εξεγερση. Η ταρατσα της Νομικης.
Λιγους μηνες μετα, το Νοεμβρη του 1973 και λιγα στενα πιο κατω, η εξεγερση του Πολυτεχνειου σημαδευει ανεξιτηλα τη συγχρονη ιστορια. Παλι στα Εξαρχεια, στη Στουρναρη, ο φονιας Ντερτιλης σηκωνει το οπλο, σημαδευει και δολοφονει τον εικοσαχρονο φοιτητη Δημητρη Μυρογιαννη.
Την Πρωτομαγια του 1976, η ανακοινωση για το χαμο του Παναγουλη στο συγκεντρωμενο πληθος στο Πεδιο τπυ Αρεως σημαινει συναγερμο. Ο κοσμος ανεβαινει προς τη Βουλη και δυναμεις καταστολης με αυρες, χτυπανε αγρια τους διαδηλωτες.
Ολοι οι δρομοι των Εξαρχειων θολωνουν με καπνογονα και οι διαδηλωτες πνιγονται στα δακρυγονα.
Στα ιδια στενα, το Νοεμβρη του 1985, στην επετειο του Πολυτεχνειου, ο αστυνομικος Μελιστας σηκωνει το οπλο και δολοφονει τον 15χρονο Καλτεζα.
Οι δρομοι των Εξαρχειων φιλοξενουν για πολυ καιρο μαζικες διαδηλωσεις οργης.
Το Δεκεμβρη του 2008, παλι στα Εξαρχεια, ο 15χρονος μαθητης Αλεξης Γρηγοροπουλος πεφτει νεκρος απο σφαιρα του "ειδικου φρουρου", Κορκονεα.
Απο τοτε μεχρι σημερα, η συνοικια που εζησε τη φονικη βια των αστυνομικων και τον αδικο θανατο νεων ανθρωπων, διασχιζεται απο πρεζεμπορους που ποτε δεν συλλαμβανονται, διαπομπευεται απο δημοσιογραφισκους εντεταλμενης υπηρεσιας βοθροκαναλων και γινεται καταφυγιο κυνηγημενων ανθρωπων, προσφυγων, μεταναστων, εξεγερμενων γιατι ειναι μια συνοικια με ψηλο δεικτη αλληλεγγυης.
Οι ηχοι στα Εξαρχεια ειναι ενα μιγμα απο συνθηματα σε πορειες, ποδοβολητα ΜΑΤατζηδων, μηχανες τυπογραφειων, απαγγελιες ποιηματων, την κιθαρα του Ασιμου και τραγουδια σε μαγέρικα.
Ειναι τοσο το αδικο αιμα που εχουν πιει οι δρομοι αυτης της συνοικιας, ωστε σε οποια γωνια κι αν αφησεις ενα κοκκινο γαρυφαλλο, θα ναι στη μνημη...
Τα Εξαρχεια ειναι η συγχρονη ιστορια αυτου του τοπου σε μια πολυτιμη συμπυκνωση.
Ειναι το Καρτιε Λατεν της Αθηνας που επιμενει να βγαζει ποιητες, αλληλεγγυους, βιβλια, μουσικες κι εξεγερμενους
Η αγρια καταστολη και η διαπομπευση θελει τα Εξαρχεια ξεπουλημενα μπιτ παρα στους νεογιαπηδες, τους δρομους αποστειρωμενους απο το αδικο αιμα, την ιστορια του τοπου αποστειρωμενη απο την εξεγερση και ολους εμας με βαρια ιστορικη και κοινωνικη ανοια.

Μπάμπης...

"ΕΔΩΔΙΜΑ-ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ" γράφανε οι ταμπέλες έξω από τα παλιά μπακάλικα... Πομπώδης τίτλος για την εποχή...

ΕΔΩΔΙΜΑ, δηλαδή φαγώσιμα και ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ, δηλαδή προϊόντα, που ερχόντουσαν από Χώρες Αποικίες της Ευρώπης (Ασία, Αφρική κ.λ.π.) όπως το τσάι, ο καφές και άλλα. Τα τσουβάλια παντού από ΕΔΩΔΙΜΑ με όσπρια, ζάχαρη, ρύζια και φυσικά η σέσουλα η ζυγαριά με τις οκάδες και τα δράμια και ο μπακάλης με την άσπρη μπλούζα και το μελανί μολύβι στο αυτί για τα τεφτέρια με τα βερεσέδια. "Ότι γράφει δεν ξεγράφει..." εκείνο το μολύβι, που το σάλιωνε και γινότανε ανεξίτηλο και συνήθως τα χείλια του μπακάλη σε ώρα αιχμής ήταν μελανί από το χρώμα. Οι ρέγγες ήταν μέσα στα ξύλινα κουτιά να "μοσχοβολάνε" και οι σαρδέλες μέσα στην σαλαμούρα. Τις πρώτες τις καψάλιζες και τις δεύτερες τις έπλενες κάτω από την βρύση για να φύγει το χοντρό αλάτι. Χαρτί περιτυλίγματος στις αρχές ήταν η εφημερίδα. Διάβαζες και τα μπαγιάτικα νέα ως προσφορά του καταστήματος και στην συνέχεια την φύλαγες για πολλές ....χρήσεις. Στα σκουπίδια πέταγες ελάχιστα, αλλά όχι καθημερινά.
Στην Αθήνα, πριν δημιουργηθεί η Βαρβάκειος αγορά, υπήρχε ένα σύμπλεγμα μπακάλικων στην Πλάκα, όπου οι Αθηναίοι συνέρρεαν καθημερινά, γιατί ψυγεία δεν υπήρχαν, ούτε καν πάγος, οπότε ότι αγοραζόταν, έπρεπε να καταναλωθεί την ίδια ημέρα. Έτσι, η απίστευτη ποικιλία των προϊόντων ήταν εντυπωσιακή. Τι θέλετε και δεν το είχαν τότε! Αλλαντικά και παστά της Ευρώπης, χοιρομήρια, σαλτσισότα, σουπιές καπνιστές, οξύρυγχον-ξυρίχι-σουτζούκια, χέλια, περίφημα τυριά όλων των χωρών της Ευρώπης, πλήθος από ονομαστά κρασιά, ροζόλια (λικέρ), τζικολάτες, τζάγια, κομφέτα, φρούτα της Ευρώπης κι εξωτικά και κάθε άλλη γαστρονομική ευωχία, που υπήρχε στον κόσμο, προσφερόταν στα ταπεινά μπακάλικα των πρώτων ετών της πρωτεύουσας, σε όλες τις ποικιλίες, σε διάφορες ποιότητες και ασφαλώς ανόθευτα.
Τα καταστήματα αυτά λοιπόν αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του λιανικού εμπορίου για περισσότερο από 30 χρόνια, από το 1950 και μετά, μία εποχή, που η χώρα βρισκόταν σε φάση ανασυγκρότησης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι πολίτες ήταν αντιμέτωποι κατ’ αρχήν με το πρόβλημα εξασφάλισης των προς το ζην.
Ένα μπακάλικο, που ήταν γνωστό σ' όλη την Αθήνα, ήταν το μπακάλικο του Κίκιζα, που βρισκόταν στη γωνία Λένορμαν και Παλαμηδίου. Απασχολούσε περισσότερους από είκοσι υπαλλήλους, όταν τα μεγαλύτερα μπακάλικα της εποχής απασχολούσαν πέντε ή έξι. Όταν δεν μπορούσαν οι Αθηναίοι να βρουν ένα είδος σε άλλα μπακάλικα το 'βρισκαν στου Κίκιζα και πάντα φρέσκο, δεδομένου ότι είχε πολλή δουλειά και τίποτα δεν έμενε στις αποθήκες για καιρό. Μία από τις στάσεις του 11 τραμ, που άρχιζε από την Κολοκυνθού και τελείωνε στο τέρμα της οδού Ιπποκράτους, λεγόταν "στάση Κίκιζα" κι αυτό διευκόλυνε τον κόσμο, που ήθελε να ψωνίσει εκεί. Το Σαββατόβραδο γινόταν "πατείς με πατώ σε" εκεί μέσα, μέχρι που ερχόταν αστυφύλακας για την τάξη, αλλά ο Κίκιζας δεν έδινε ποτέ βερεσέ. Για να ψωνίσεις εκεί έπρεπε να 'χεις τα λεφτά στο χέρι και καθώς στην περιοχή εκείνη κατοικούσαν μεροκαματιάρηδες άνθρωποι, που πληρώνονταν κάθε Σάββατο, τις άλλες μέρες ψώνιζαν με το βιβλιαράκι στα μικρά μπακάλικα. Το κωμικό σ' αυτή την υπόθεση ήταν ότι το Σαββατόβραδο οι μικρό-μπακάληδες, που συνήθως δεν είχαν δουλειά, στέκονταν στην εξώπορτα του μαγαζιού τους και παρακολουθούσαν τις νοικοκυρές, που πήγαιναν στον Κίκιζα να ψωνίσουν και σ' όποια έπαιρνε το μάτι τους φώναζαν, «κυρά-Πηνειώ, απόψε που 'χεις λεφτά πας στον Κίκιζα, αλλά έλα τη Δευτέρα με το βιβλιαράκι και δε θα σου δώσω τίποτα βερεσέ». Οι νοικοκυρές χαμογελούσαν αλλά δεν έπιανε η απειλή και πήγαιναν απτόητες να ψωνίσουν στον Κίκιζα. Το μπακάλικο λειτούργησε από το 1925 μέχρι το 1972!
Στο τέλος της δεκαετίας του 1960 εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα στη λειτουργία των καταστημάτων αυτών, με τον περιορισμό του ποσοστού κέρδους σε χαμηλά και καθοριζόμενα από το κράτος δια νόμου επίπεδα. Έτσι, ξεκίνησε η συρρίκνωση του κλάδου μέχρι που σιγά σιγά τη θέση τους πήραν τα μεγάλα σούπερ μάρκετ. Και μπορεί παλαιότερα ο μπακάλης να έβαζε την ταμπελίτσα "επιστρέφω", όταν έπρεπε να λείψει για λίγο, η εποχή των μπακάλικων όμως πέρασε "ανεπιστρεπτί"!

(Από τη σελίδα "Εμείς και η Κοινωνία μας")
Ιφιγένεια Κουμαργιανού