Κυριακή 10 Ιουνίου 2018
Πέμπτη 7 Ιουνίου 2018
Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018
Τρίτη 5 Ιουνίου 2018
Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018
Κυριακή 3 Ιουνίου 2018
Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018
Μέριλιν Μονρόε
1926 – 1962
Ηθοποιός, τραγουδίστρια και μοντέλο, που χαρακτηρίστηκε ως το απόλυτο σύμβολο του σεξ.....
Η Μέριλιν Μονρόε (Marilyn Monroe) γεννήθηκε με το όνομα Νόρμα Τζιν Μόρτενσον την 1η Ιουνίου του 1926 στο Γενικό Νοσοκομείο του Λος Άντζελες. Λίγο πριν από τη γέννησή της, ο πατέρας της είχε εγκαταλείψει τη μητέρας της για να μετακομίσει στο Σαν Φραντσίσκο.
Η Μέριλιν μεγάλωσε χωρίς να γνωρίζει ποιος ήταν πραγματικά ο πατέρας της, καθώς η μητέρα της, Γκλάντις, άλλαζε συνεχώς ερωτικούς συντρόφους. Ήταν εξαιρετικά ελκυστική γυναίκα και εργαζόταν ως μοντέρ στα RKO Studios. Λόγω σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων, έχασε τη δουλειά της και πέρασε σχεδόν όλη τη ζωή της μπαινοβγαίνοντας σε διάφορα ιδρύματα. Έτσι, σε ηλικία 9 ετών, η Νόρμα (Μέριλιν) μπήκε σε ορφανοτροφείο και δύο χρόνια αργότερα δόθηκε για υιοθεσία.
Το 1942, στα 16 της, παντρεύτηκε τον 21χρονο τεχνίτη αεροσκαφών Τζέιμς Ντόχερτι. Ο γάμος τους, όμως, κράτησε μόνο πέντε χρόνια, καθώς χώρισαν το 1946. Στο μεταξύ, η Μέριλιν είχε ήδη αρχίσει να εργάζεται ως μοντέλο επίδειξης μαγιό και είχε βάψει τα μαλλιά της ξανθά. Μέσω των φωτογραφήσεων προσέλκυσε πολλά βλέμματα, μεταξύ αυτών και του προέδρου της κινηματογραφικής εταιρίας RKO Pictures, που της πρότεινε να κάνει ένα δοκιμαστικό. Ο ατζέντης της, όμως, τη συμβούλεψε να προτιμήσει μία μεγαλύτερη εταιρία, όπως η 20th Century-Fox.
Το πρώτο συμβόλαιο που υπέγραψε της απέφερε 125 δολάρια την εβδομάδα, ποσό στο οποίο προστέθηκαν άλλα 25 δολάρια, όταν ανανέωσε τη συμφωνία, έξι μήνες αργότερα. Έκανε το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη το 1947, με ένα μικρό ρόλο στην ταινία «The Shocking Miss Pilgrim». Ακολούθησε το 1948 το «Scudda Hoo! Scudda Hay!», όπου εμφανίστηκε σε δύο ή τρεις μικρές σκηνές, οι οποίες περικόπηκαν στο μοντάζ. Την ίδια χρονιά τής δόθηκε ένας καλύτερος ρόλος στο φιλμ «Dangerous Years». Ωστόσο, η Fox αρνήθηκε να της ανανεώσει το συμβόλαιο κι έτσι η Μέριλιν επέστρεψε στο μόντελινγκ, ξεκινώντας παράλληλα μαθήματα υποκριτικής.
Το 1949 εμφανίστηκε στην ταινία «Love Happy» των «Ενωμένων Καλλιτεχνών», ενώ την ίδια χρόνια πόζαρε γυμνή για ένα ημερολόγιο διασημοτήτων. Η φωτογράφηση που έκανε το 1953 για το περιοδικό Playboy ήταν αυτή που έδωσε ώθηση στην καριέρα της.
Την επόμενη χρονιά συμμετείχε σε τέσσερις ταινίες, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές για τις «The Asphalt Jungle» της MGM και «All About Eve» της Fox. Αν και οι ρόλοι της ήταν αρκετά μικροί, η εκκεντρική αλλά σέξι εμφάνισή της αποτυπώθηκε στη μνήμη των σινεφίλ.
Το 1951 η Μέριλιν πήρε έναν αρκετά μεγάλο ρόλο στην ταινία «Love Nest» (Ερωτική Φωλιά), μέσω της οποίας ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το ευρύ κοινό. Το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της, σε συνδυασμό με την αίσθηση παιδική αθωότητα που απέπνεε, ενθουσίασε τους θεατές. Το 1952 εμφανίστηκε στο «Don't Bother to Knock», όπου υποδύθηκε μία διανοητικά ανισόρροπη μπεϊμπισίτερ. Οι κριτικοί δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την ερμηνεία της στην ταινία αυτή. Έκανε, όμως, ιδιαίτερη εντύπωση η εμφάνισή της την ίδια χρονιά στο «Monkey Business» ως πλατινέ ξανθιά, μια εικόνα που αποτέλεσε το «σήμα - καταταθέν» της.
Το 1953 έπαιξε στο «Gentlemen Prefer Blondes», ξετρελαίνοντας τον ανδρικό πληθυσμό. Ανάμεσά τους και ο αστέρας του μπέιζμπολ Τζο ΝτιΜάτζιο, με τον οποίο παντρεύτηκε στις 14 Ιανουαρίου του 1954. Την ίδια χρονιά πρωταγωνίστησε στο «There's No Business Like Show Business» και ακολούθησε το «The Seven Year Itch» (Επτά Χρόνια Φαγούρα), μία ταινία που ανέδειξε το ταλέντο της στην κωμωδία και περιείχε μία από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου: τη Μέριλιν Μονρόε να στέκεται πάνω σε μία σχάρα, με τον αέρα να ανασηκώνει το λευκό φόρεμά της.
Έπειτα από εννέα μήνες έγγαμου βίου, τον Οκτώβριο του 1954 η Μέριλιν ανακοίνωσε το διαζύγιό της με τον ΝτιΜάτζιο. Την επόμενη χρονιά η Fox διέκοψε τη συνεργασία μαζί της, εξαιτίας της αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς της. Αργούσε μονίμως στα γυρίσματα ή δεν εμφανιζόταν καθόλου, επικαλούμενη πραγματικές ή φανταστικές ασθένειες, και ήταν απρόθυμη να συνεργαστεί με τους παραγωγούς, τους σκηνοθέτες και τους συναδέλφους της ηθοποιούς.
Με τη συμμετοχή της το 1956 στην ταινία «Bus Stop» (Στάση Λεωφορείου) η Μέριλιν απέδειξε ότι μπορούσε να ανταποκριθεί εξίσου καλά και στις απαιτήσεις ενός δραματικού ρόλου. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε τον θεατρικό συγγραφέα Άρθουρ Μίλερ, ένας γάμος που κράτησε τέσσερα χρόνια. Το 1957 ταξίδεψε στη Μ. Βρετανία για τα γυρίσματα τις ταινίας «The Prince and the Showgirl» (Ο Πρίγκιπας και η Χορεύτρια), που αποτέλεσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, αν και οι κριτικές δεν ήταν και τόσο καλές.
Έπειτα από ένα χρόνο απουσίας, η Μέριλιν Μονρόε επέστρεψε στη μεγάλη οθόνη του 1959 με την απολαυστική κωμωδία «Some Like It Hot» (Μερικοί το προτιμούν καυτό), με τον Τόνι Κέρτις και τον Τζακ Λέμον. Ακολούθησαν το 1960 η ταινία του Τζορτζ Κιούκορ «Let's Make Love» (Έλα ν' αγαπηθούμε) με τους Τόνι Ράνταλ και Ιβ Μοντάν και το 1961 το «The Misfits» (Οι Αταίριαστοι), το τελευταίο φιλμ τόσο για τη Μέριλιν Μονρόε όσο και για τον συμπρωταγωνιστή της Κλαρκ Γκέιμπλ, που πέθανε λίγους μήνες αργότερα από καρδιακή προσβολή.
Το 1962 η Fox την επέλεξε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Something's Got to Give». Λόγω της συνεχιζόμενης ασυνέπειάς της, όμως, η εταιρία αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία μαζί της και να μην της δώσει άλλη ευκαιρία. Η καριέρα της κατέρρεε και η Μέριλιν απομονώθηκε στο σπίτι της στο Λος Άντζελες. Στις 5 Αυγούστου του 1962 η οικονόμος της τη βρήκε να κείτεται γυμνή στο κρεβάτι της με ένα άδειο μπουκάλι από υπνωτικά χάπια «Nembutal» στο πλευρό της. Ήταν μόλις 36 ετών…
Ο τοπικός ιατροδικαστής, που κλήθηκε για να γνωματεύσει επί των συνθηκών του θανάτου της, απεφάνθη ότι επρόκειτο πιθανότατα για αυτοκτονία. Ο φημολογούμενος ερωτικός δεσμός της, όμως, με τον Τζον Κένεντι και οι αντιδράσεις από το περιβάλλον του αμερικανού προέδρου κάνουν πολλούς, ακόμα και σήμερα, να πιστεύουν ότι ο φάκελος «Μέριλιν» δεν έπρεπε να κλείσει με την ένδειξη «αυτοκτονία». Κάποιοι είπαν ότι η Μονρόε δεν είχε καμία πρόθεση να αυτοκτονήσει, αλλά πήρε κατά λάθος μια υπερβολική δόση υπνωτικών. Ακόμα περισσότεροι υποστήριξαν ότι ένα τρίτο πρόσωπο της χορήγησε τη μοιραία δόση. Η αλήθεια δεν μαθεύτηκε ποτέ...
#sansimera
Τετάρτη 30 Μαΐου 2018
Νικηφόρος Μανδηλαράς
Γράφει
ο Αλέκος Παναγούλης για το Νικηφόρο Μανδηλαρά: «Μαθαίνοντας τον θάνατό
σου δεν μπόρεσα να κλάψω. Στριφογύριζα στο κρεβάτι του νοσοκομείου.
Θυμόμουνα την τελευταία μας συνάντηση. Δε θα τολμήσουν, έλεγες. Δεν
έχουν άλλο δρόμο, σ' απαντούσα. Αυτός ο δρόμος θα είναι ο τάφος τους,
φώναζες με πίστη. Ναι, Νικηφόρε, θα είναι ο τάφος τους. Αυτή την
υπόσχεση σου δίνουμε αντί για μνημόσυνο».
Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1928 στην Κόρωνο της Νάξου, ένα χωριό φτωχό, αγκαλιασμένο με το γκρεμό. Την περίοδο της κατοχής οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και σε ηλικία 18 ετών είχε ήδη φάκελο φρονημάτων στην Ασφάλεια Σύρου. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και εργάστηκε ως δικηγόρος. Αρθρογραφούσε καθημερινά σε Αθηναϊκές εφημερίδες και εξέδωσε τα «Ναξιακά Χρονικά».
Με τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο και τον Σπύρο Κανελλόπουλο ίδρυσαν την Ένωση Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδος. Πράγματι, κάθε δράση του Νικηφόρου Μανδηλαρά περιφρουρούσε τη δημοκρατία. Πήρε μέρος στη δίκη Γλέζου ως συνήγορος υπεράσπισης και στη λεγόμενη Μεγάλη Δίκη ή δίκη των κατασκόπων στο στρατοδικείο της Αθήνας το 1960 για την υπεράσπιση 42 ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ, ανάμεσα τους και ο Χαρίλαος Φλωράκης. Πρωτοστάτησε στις διαδηλώσεις για την εκτροπή και την αποστασία του 1965. Από το 1966, υπήρξε συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορούμενων της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ, μια πολιτική και στρατιωτική σκευωρία που συντάραξε την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος τον απείλησε ότι θα το πληρώσει. Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς σε όλη τη σταδιοδρομία του αναλάμβανε αφιλοκερδώς τις υποθέσεις πολιτών που διώκονταν για τα φρονήματά τους.
Ήταν υποψήφιος στις «εκλογές βίας και νοθείας» του 1961 και σχεδίαζε να ξανακατέβει στις εκλογές που ήταν προγραμματισμένες για τον Μάιο του 1967. Όμως η επιβολή της χούντας την 21η Απριλίου κατέστησε σαφές ότι η ζωή του κινδύνευε και έτσι επιχείρησε να διαφύγει στην Κύπρο με εμπορικό πλοίο στις 17 Μάϊου του 1967.
Πέντε ημέρες αργότερα, το πτώμα του βρέθηκε στην παραλία Γεννάδι της Ρόδου. Οι αρχές έκαναν λόγο για πνιγμό, όμως εξ αρχής ο θάνατος του θεωρήθηκε μια στυγερή δολοφονία, από τους οικείους του και την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Ακόμα και οι φωτογραφίες της εποχής που κατόπιν δημοσιεύτηκαν, αποκαλύπτουν εμφανές τραύμα στην καρδιά πιθανόν από σφαίρα ή άλλο αντικείμενο. Οι μαρτυρίες για το πληγωμένο του κορμί δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι ο Μανδηλαράς θεωρήθηκε επικίνδυνος για το καθεστώς, τόσο ώστε να απαιτείται η άμεση εξόντωσή του.
Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς θάφτηκε στη Ρόδο στις 24 Μαΐου, παρουσία μιας χούφτας ανθρώπων και πολλών χωροφυλάκων, χωρίς την οικογένειά του που δεν είδε ποτέ τον πτώμα του, ούτε πρόλαβε να ορίσει ιατροδικαστή. Την ίδια μέρα η είδηση του θανάτου του εμφανίστηκε στα Νέα με τίτλο «Το εκβρασθέν εις Ρόδον πτώμα εξηκριβώθη ότι ανήκει εις τον δικηγόρον Μανδηλαράν». Ωστόσο, το Γαλλικό Πρακτορείο, το BBC, η Deutsche Welle και ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Μόσχας είχαν ήδη καλύψει εκτενώς την δολοφονία του, που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ καθώς και στην μεταπολίτευση, η υπόθεση μπήκε στο αρχείο.
Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1928 στην Κόρωνο της Νάξου, ένα χωριό φτωχό, αγκαλιασμένο με το γκρεμό. Την περίοδο της κατοχής οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ και σε ηλικία 18 ετών είχε ήδη φάκελο φρονημάτων στην Ασφάλεια Σύρου. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και εργάστηκε ως δικηγόρος. Αρθρογραφούσε καθημερινά σε Αθηναϊκές εφημερίδες και εξέδωσε τα «Ναξιακά Χρονικά».
Με τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο και τον Σπύρο Κανελλόπουλο ίδρυσαν την Ένωση Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδος. Πράγματι, κάθε δράση του Νικηφόρου Μανδηλαρά περιφρουρούσε τη δημοκρατία. Πήρε μέρος στη δίκη Γλέζου ως συνήγορος υπεράσπισης και στη λεγόμενη Μεγάλη Δίκη ή δίκη των κατασκόπων στο στρατοδικείο της Αθήνας το 1960 για την υπεράσπιση 42 ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ, ανάμεσα τους και ο Χαρίλαος Φλωράκης. Πρωτοστάτησε στις διαδηλώσεις για την εκτροπή και την αποστασία του 1965. Από το 1966, υπήρξε συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορούμενων της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ, μια πολιτική και στρατιωτική σκευωρία που συντάραξε την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος τον απείλησε ότι θα το πληρώσει. Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς σε όλη τη σταδιοδρομία του αναλάμβανε αφιλοκερδώς τις υποθέσεις πολιτών που διώκονταν για τα φρονήματά τους.
Ήταν υποψήφιος στις «εκλογές βίας και νοθείας» του 1961 και σχεδίαζε να ξανακατέβει στις εκλογές που ήταν προγραμματισμένες για τον Μάιο του 1967. Όμως η επιβολή της χούντας την 21η Απριλίου κατέστησε σαφές ότι η ζωή του κινδύνευε και έτσι επιχείρησε να διαφύγει στην Κύπρο με εμπορικό πλοίο στις 17 Μάϊου του 1967.
Πέντε ημέρες αργότερα, το πτώμα του βρέθηκε στην παραλία Γεννάδι της Ρόδου. Οι αρχές έκαναν λόγο για πνιγμό, όμως εξ αρχής ο θάνατος του θεωρήθηκε μια στυγερή δολοφονία, από τους οικείους του και την κοινή γνώμη στην Ελλάδα. Ακόμα και οι φωτογραφίες της εποχής που κατόπιν δημοσιεύτηκαν, αποκαλύπτουν εμφανές τραύμα στην καρδιά πιθανόν από σφαίρα ή άλλο αντικείμενο. Οι μαρτυρίες για το πληγωμένο του κορμί δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι ο Μανδηλαράς θεωρήθηκε επικίνδυνος για το καθεστώς, τόσο ώστε να απαιτείται η άμεση εξόντωσή του.
Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς θάφτηκε στη Ρόδο στις 24 Μαΐου, παρουσία μιας χούφτας ανθρώπων και πολλών χωροφυλάκων, χωρίς την οικογένειά του που δεν είδε ποτέ τον πτώμα του, ούτε πρόλαβε να ορίσει ιατροδικαστή. Την ίδια μέρα η είδηση του θανάτου του εμφανίστηκε στα Νέα με τίτλο «Το εκβρασθέν εις Ρόδον πτώμα εξηκριβώθη ότι ανήκει εις τον δικηγόρον Μανδηλαράν». Ωστόσο, το Γαλλικό Πρακτορείο, το BBC, η Deutsche Welle και ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Μόσχας είχαν ήδη καλύψει εκτενώς την δολοφονία του, που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ καθώς και στην μεταπολίτευση, η υπόθεση μπήκε στο αρχείο.
Ιφιγένεια Κουμαργιανού
Πρώτη πράξη αντίστασης
Στα τέλη Μαΐου του 1941 είχε συμπληρωθεί ένας μήνας από την παράδοση της
Αθήνας στους Γερμανούς, που ολοκλήρωναν τις επιχειρήσεις τους στην
Ελλάδα με την κατάληψη της Κρήτης. Ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας
ήταν δύο νεαροί φοιτητές, που δάκρυζαν, όπως και χιλιάδες Αθηναίοι,
βλέποντας τη γερμανική σβάστικα να κυματίζει στην Ακρόπολη. Το χιτλερικό
σύμβολο προκαλούσε την ελληνική υπερηφάνεια. Έπρεπε, λοιπόν, να
κατέβει…
Το παράτολμο σχέδιο γεννήθηκε στο μυαλό τους ένα ανοιξιάτικο σούρουπο στο Ζάππειο, καθώς αντίκριζαν την Ακρόπολη και στρώθηκαν στη δουλειά για να το υλοποιήσουν. Πήγαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβασαν ό,τι σχετικό με τον Ιερό Βράχο. Στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια ανακάλυψαν όλες τις σπηλιές και τις τρύπες της Ακρόπολης. Γρήγορα, αντιλήφθηκαν ότι η μόνη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους γερμανούς φρουρούς ήταν μέσω του Πανδρόσειου Άντρου.
Το πρωί της 30ης Μαΐου 1941, ο Γλέζος και ο Σάντας πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο ότι η Κρήτη είχε πέσει. Οι Γερμανοί με προκηρύξεις κόμπαζαν για το κατόρθωμά τους. Οι δύο νέοι αποφάσισαν να δράσουν το ίδιο βράδυ. Όπλα δεν είχαν, παρά μόνο ένα φαναράκι κι ένα μαχαίρι. Η ώρα είχε φθάσει 9:30 το βράδυ. Η μικρή φρουρά της Ακρόπολης ήταν μαζεμένη στην είσοδο των Προπυλαίων και διασκέδαζε με νεαρές Ελληνίδες, που πουλούσαν τον ερωτά τους, πίνοντας μπύρες και μεθοκοπώντας.
Με άγνοια κινδύνου, πήδηξαν τα σύρματα, σύρθηκαν ως τη σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου και άρχισαν να σκαρφαλώνουν από τις σκαλωσιές, που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για τις ανασκαφές. Φθάνοντας σε απόσταση ολίγων μέτρων από τον ιστό της σημαίας δεν αντιλήφθηκαν κανένα φρουρό και με γρήγορες κινήσεις κατέβασαν από τον ιστό το μισητό σύμβολο του ναζισμού. Ήταν μία τεράστια σημαία, διαστάσεων 4x2 μ. Είχαν φθάσει πια μεσάνυχτα. Οι δύο «κομάντος» δίπλωσαν και πήραν μαζί τους τη σημαία και ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο απομακρύνθηκαν από την Ακρόπολη, χωρίς και πάλι να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς, που συνέχιζαν τη διασκέδασή τους.
Με έκπληξη η γερμανική φρουρά αντιλήφθηκε νωρίς το πρωί ότι η σβάστικα έλειπε από τον ιστό. Οι γερμανικές αρχές πανικοβλημένες διέταξαν ανακρίσεις. Μόλις στις 11 το πρωί ανάρτησαν μια νέα σημαία στον κενό ιστό.
Γλέζος και Σάντας καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο, οι άνδρες της φρουράς εκτελέστηκαν, οι έλληνες διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιοχής απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους, ενώ για τους φύλακες της Ακρόπολης δεν προέκυψε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο.
Η υποστολή της σβάστικας από την Ακρόπολη αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη αντιστασιακή πράξη στην κατεχόμενη Αθήνα, μία ενέργεια με συμβολικό χαρακτήρα, αλλά τεράστια απήχηση στο ηθικό των δοκιμαζόμενων Ελλήνων. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ιδρύθηκαν οι δύο μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις ΕΑΜ και ΕΔΕΣ.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη τρεις φορές από τους Γερμανούς, φυλακίστηκε και κατόρθωσε να δραπετεύσει, ενώ ο Λάκης Σάντας ξέφυγε από τους διώκτες του και κατετάγη στον ΕΛΑΣ.
Το παράτολμο σχέδιο γεννήθηκε στο μυαλό τους ένα ανοιξιάτικο σούρουπο στο Ζάππειο, καθώς αντίκριζαν την Ακρόπολη και στρώθηκαν στη δουλειά για να το υλοποιήσουν. Πήγαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβασαν ό,τι σχετικό με τον Ιερό Βράχο. Στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια ανακάλυψαν όλες τις σπηλιές και τις τρύπες της Ακρόπολης. Γρήγορα, αντιλήφθηκαν ότι η μόνη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους γερμανούς φρουρούς ήταν μέσω του Πανδρόσειου Άντρου.
Το πρωί της 30ης Μαΐου 1941, ο Γλέζος και ο Σάντας πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο ότι η Κρήτη είχε πέσει. Οι Γερμανοί με προκηρύξεις κόμπαζαν για το κατόρθωμά τους. Οι δύο νέοι αποφάσισαν να δράσουν το ίδιο βράδυ. Όπλα δεν είχαν, παρά μόνο ένα φαναράκι κι ένα μαχαίρι. Η ώρα είχε φθάσει 9:30 το βράδυ. Η μικρή φρουρά της Ακρόπολης ήταν μαζεμένη στην είσοδο των Προπυλαίων και διασκέδαζε με νεαρές Ελληνίδες, που πουλούσαν τον ερωτά τους, πίνοντας μπύρες και μεθοκοπώντας.
Με άγνοια κινδύνου, πήδηξαν τα σύρματα, σύρθηκαν ως τη σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου και άρχισαν να σκαρφαλώνουν από τις σκαλωσιές, που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για τις ανασκαφές. Φθάνοντας σε απόσταση ολίγων μέτρων από τον ιστό της σημαίας δεν αντιλήφθηκαν κανένα φρουρό και με γρήγορες κινήσεις κατέβασαν από τον ιστό το μισητό σύμβολο του ναζισμού. Ήταν μία τεράστια σημαία, διαστάσεων 4x2 μ. Είχαν φθάσει πια μεσάνυχτα. Οι δύο «κομάντος» δίπλωσαν και πήραν μαζί τους τη σημαία και ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο απομακρύνθηκαν από την Ακρόπολη, χωρίς και πάλι να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς, που συνέχιζαν τη διασκέδασή τους.
Με έκπληξη η γερμανική φρουρά αντιλήφθηκε νωρίς το πρωί ότι η σβάστικα έλειπε από τον ιστό. Οι γερμανικές αρχές πανικοβλημένες διέταξαν ανακρίσεις. Μόλις στις 11 το πρωί ανάρτησαν μια νέα σημαία στον κενό ιστό.
Γλέζος και Σάντας καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο, οι άνδρες της φρουράς εκτελέστηκαν, οι έλληνες διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιοχής απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους, ενώ για τους φύλακες της Ακρόπολης δεν προέκυψε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο.
Η υποστολή της σβάστικας από την Ακρόπολη αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη αντιστασιακή πράξη στην κατεχόμενη Αθήνα, μία ενέργεια με συμβολικό χαρακτήρα, αλλά τεράστια απήχηση στο ηθικό των δοκιμαζόμενων Ελλήνων. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ιδρύθηκαν οι δύο μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις ΕΑΜ και ΕΔΕΣ.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη τρεις φορές από τους Γερμανούς, φυλακίστηκε και κατόρθωσε να δραπετεύσει, ενώ ο Λάκης Σάντας ξέφυγε από τους διώκτες του και κατετάγη στον ΕΛΑΣ.
Τρίτη 29 Μαΐου 2018
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







































